Η Ιταλία προσπαθεί, με δυσκολία, να διαχειριστεί ρεαλιστικά τη νέα πραγματικότητα που δημιούργησε ο ιός. Δύο περιφέρειες (η Λιγουρία βορειοδυτικά και ο Ανω Αδίγης βορειοανατολικά) άνοιξαν από χθες σχεδόν όλες τις εμπορικές επιχειρήσεις τους, έστω κι αν η κυβέρνηση Κόντε είχε ορίσει ως τελική ημερομηνία για την επιστροφή στην καθημερινότητα εκείνην της 1ης Ιουνίου. Υπάρχουν πολλές αμφιβολίες και δισταγμοί.
Aφορούν, κυρίως, το αν οι επιχειρήσεις θα μπορέσουν να σεβαστούν όλους τους κανόνες που επιβάλλονται, χωρίς να κλείσουν οριστικά. Για να μην επιβληθούν «μοναχικά δείπνα» στα εστιατόρια, είναι πιθανό να επιτραπεί στις διάφορες οικογένειες να υπογράφουν υπεύθυνη δήλωση (η οποία να βεβαιώνει ότι είναι όντως συγγενείς) ώστε να μπορούν να τρώνε στο ίδιο τραπέζι.
Παράλληλα, στην περιοχή της Ρώμης η δήμαρχος Βιρτζίνια Ράτζι δήλωσε ήδη ότι θεωρεί απίθανο να μπορέσουν να ξαναλειτουργήσουν οι «ελεύθερες παραλίες με βασικές υποδομές». Πρόκειται για τις παραθαλάσσιες περιοχές στις οποίες έπινε κανείς έναν καφέ σε ξύλινα κιόσκια και καθόταν, δωρεάν, όσο ήθελε στην πλαζ.
Για τους ελέγχους θα χρησιμοποιηθούν και drones, αλλά προφανώς δεν φτάνουν για όλα τα σημεία. Οσο για τις οργανωμένες παραλίες, λόγω των επιβεβλημένων αποστάσεων ασφαλείας είναι σαφές ότι φέτος οι τιμές θα ανέβουν αισθητά.
Οι όροι, δε, επαναλειτουργίας των καταστημάτων θα έχουν άμεσο αντίκτυπο και στην απασχόληση: για παράδειγμα, αν όντως στα κουρεία θα πρέπει να μπαίνει μόνον ένας πελάτης τη φορά, είναι πολύ πιθανό το περισσότερο προσωπικό να πρέπει να μείνει σπίτι για αρκετούς μήνες.
Φυσικά, στην Ιταλία (όπως πολύ συχνά και στην Ελλάδα), ένα τεράστιο ποσοστό εργαζομένων που απασχολούνται στις εμπορικές επιχειρήσεις δεν παίρνει ένσημα, δουλεύει χωρίς νόμιμο συμβόλαιο. Κάτι που σημαίνει ότι θα υπάρξει δυσκολία και στη χορήγηση των σχετικών βοηθημάτων.
Η κυβέρνηση Κόντε, φυσικά, προσπαθεί να δει το ποτήρι μισογεμάτο, αλλά τα προβλήματα είναι εμφανή. Τα μέτρα στήριξης που είχαν ανακοινωθεί τον Απρίλιο για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις άργησαν με τρόπο αδικαιολόγητο.
Οι ενδοκυβερνητικές έριδες για το πώς θα έπρεπε να διατεθούν τα διάφορα κονδύλια κατάφεραν να βάλουν σε δεύτερη μοίρα ακόμη και την οικονομική ανάγκη των πολιτών.
Κατά γενική ομολογία, η κυβέρνηση της Ρώμης αποδείχθηκε πιο ικανή στη διαχείριση της αρχικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης (με την επιβολή των διάφορων απαγορεύσεων) απ’ ό,τι στην προετοιμασία και τη λειτουργική εφαρμογή των σχεδίων επανεκκίνησης της χώρας.
Τέλος, το ινστιτούτο στατιστικής της χώρας, Istat, ανακοίνωσε χθες ότι τον Μάρτιο η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, σε μηνιαία βάση, ξεπέρασε το 29%. «Πρόκειται για πραγματική κατάρρευση», τόνισε το ινστιτούτο.
Το μεγάλο ερώτημα παραμένει αν οι διάφορες ενισχύσεις από την Ευρώπη (όταν αποφασιστεί, επιτέλους, η συνολική μορφή και το εύρος τους) και τα εσωτερικά μέτρα στήριξης θα καταφέρουν πράγματι να αποτρέψουν, σε έναν βαθμό, την περαιτέρω επιδείνωση της κοινωνικής και οικονομικής αυτής κρίσης.
