Μήνυση κατά της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ και υπουργών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης κατέθεσαν βουλευτές της Αριστεράς, κατηγορώντας τους για «συνέργεια διά παραλείψεων» στη δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέλ Σουλεϊμανί και του ιρακινού υπαρχηγού της οργάνωσης «Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης» Αμπού Μάχντι αλ Μουχάντις από αμερικανικές δυνάμεις στη Βαγδάτη στις 3 Ιανουαρίου.
Οι οκτώ βουλευτές που κατέθεσαν τη μήνυση με την υποψία της «συνέργειας σε φόνο διά παραλείψεων», στρέφονται εκτός εναντίον της Άνγκελα Μέρκελ, του υπουργού Εξωτερικών Χάικο Μάας, της υπουργού Άμυνας Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ και του υπουργού Εσωτερικών Χορστ Ζεεχόφερ, επικαλούμενοι τις πληροφορίες που μετέδωσαν πολλά ΜΜΕ, αλλά και δηλώσεις αξιωματούχων, ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση πραγματοποιήθηκε με πληροφορίες οι οποίες μεταδόθηκαν μέσω της αμερικανικής βάσης στο Ραμστάιν της Ρηνανίας-Παλατινάτου.
Κατηγορούν τη γερμανική κυβέρνηση ότι παρέλειψε να λάβει «τα απαραίτητα μέτρα» προκειμένου να διασφαλίσει ότι από το δίκτυο του Ραμστάιν δεν μεταδίδονται πληροφορίες που σχετίζονται με πράξεις που συνιστούν «παραβίαση του διεθνούς δικαίου».
Παραπέμπουν μάλιστα σε απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας από το 2019, σύμφωνα με την οποία αναγνωρίζεται ο κεντρικός ρόλος της βάσης του Ράμστάιν στην ροή πληροφοριών και καλείται η ομοσπονδιακή κυβέρνηση να διασφαλίσει ότι από γερμανικό έδαφος δεν ξεκινούν ενέργειες που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο.
Ο εκπρόσωπος της Αριστεράς στην Επιτροπή Άμυνας του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου Αλεξάντερ Νόι και ένας εκ των μηνυτών έκανε λόγο για «υποκρισία» και «δύο μέτρα και δύο σταθμά» από την πλευρά της γερμανικής κυβέρνησης. Επίσης, υποστηρίζει ότι το Βερολίνο «κλείνει τα μάτια» στην κατάχρηση της γερμανικής επικράτειας για αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. «Το γερμανικό Ράμστάιν αποτελεί κομβικό σημείο εκκίνησης για την παγκόσμια βία των ΗΠΑ», δήλωσε.
Ο Σουλεϊμανί, ο αλ Μουχάντις και ακόμη οκτώ άτομα σκοτώθηκαν στις 3 Ιανουαρίου κοντά στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης από επιχείρηση αμερικανικών δυνάμεων, η οποία οδήγησε σε κλιμάκωση των σχέσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Ταυτόχρονα προκάλεσε πολύ μεγάλες διεθνείς αντιδράσεις για την αμερικανική ενέργεια, η οποία κρίθηκε από τη διεθνή κοινότητα παράνομη με βάση το διεθνές δίκαιο.
• Με στοιχεία από το ΑΠΕ-ΜΠΕ
