Πολλά και σοβαρά είναι τα προβλήματα που απειλούν την Κοινή Δήλωση Τουρκίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης για το προσφυγικό, που υπεγράφη το 2016, εν μέσω των απειλών Ερντογάν ότι θα ανοίξει τα σύνορα προκαλώντας νέο προσφυγικό κύμα προς την Ευρώπη, και ενώ το ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου φαίνεται ότι δεν επαρκή για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.
Σε μεγάλο ρεπορτάζ για το ζήτημα της διμερούς συμφωνίας η Deutsche Welle αναλύει τους λόγους γιατί είναι δύσκολη μια αναθεώρηση της συμφωνίας.
Πρώτος λόγος, η φιλόδοξη στάση της Άγκυρας που κατηγορεί την Ευρωπαϊκή Ένωση ότι δεν έχει τηρήσει το δικό της σκέλος της συμφωνίας, μη εκταμιεύοντας τους πόρους που υποσχέθηκε. Από την πλευρά της η Ε.Ε. υποστηρίζει ότι τα χρήματα κατατίθενται κανονικά και στους προκαθορισμένους χρόνους, μόλις παραδοθεί κάθε φορά το προβλεπόμενο έργο.
Άλλος λόγος είναι οι αμφιβολίες και μεταξύ των χωρών-μελών της Ε.Ε. για την αποτελεσματικότητα της συμφωνία, καθώς φοβούνται ότι οι Βρυξέλλες υποχωρούν στον τουρκικό εκβιασμό, ενώ ταυτόχρονα σε κανέναν δεν αρέσει η ιδέα νέου κύματος προσφύγων, που θα μπορούσε να εντείνει την παρουσία και ενεργοποίηση ακροδεξιών και λαϊκιστικών κινημάτων.
Η Γερμανία, που αναλαμβάνει την κυλιόμενη προεδρία της Ε.Ε. τον Ιούλιο του 2020, και η καγκελάριος Μέρκελ αγωνίζονται για την επέκταση της συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας. Το ταξίδι της καγκελαρίου στην Τουρκία τον Ιανουάριο έγινε ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο. Η Άνγκελα Μέρκελ υποσχέθηκε επιπλέον χρηματοδότηση από αυτήν που προβλέπει η συμφωνία του 2016.
Σύμφωνα με τον Γκέραρντ Κνάους, αρχιτέκτονα αυτής της γερμανικής στρατηγικής, «αν δεν εγγυηθούμε οικονομικά ανταλλάγματα, η συμφωνία θα τεθεί σε κίνδυνο». Ο Κνάους επισημαίνει ότι η Ε.Ε. «δεν δείχνει ικανή να διαχειριστεί με ταχύτητα τα αιτήματα παροχής ασύλου από τα ελληνικά νησιά. Το σύστημα ασύλου είναι διαλυμένο, ενώ οι πιθανότητες επαναπροώθησης προσφύγων στην Τουρκία είναι μηδαμινές».
Το Βερολίνο εργάζεται πάντως προς την κατεύθυνση διάσωσης της συμφωνίας του 2016, κάνοντας διαπραγματεύσεις ακόμη και παρασκηνιακά και με την Κροατία, που έχει αυτό το εξάμηνο την προεδρία της Ε.Ε., αλλά και με τον Ζοζέπ Μπορέλ, τον ύπατο αξιωματούχο για την εξωτερική πολιτικής της Ε.Ε., και τον επίτροπο Διεύρυνσης, Ολιβιέ Βαρελί.
Σύμφωνα με τη γενική γραμματέα του Φόρουμ του Ευρωκοινοβουλίου για την Τουρκία, Λάουρα Μπατάγια, για να υπάρξει επιτυχία πρέπει να υπάρξει συναίνεση μεταξύ των χωρών μελών. «Η Ε.Ε. πρέπει να συνεχίσει να βοηθά οικονομικά τους Σύρους πρόσφυγες, να επενδύσει στη στήριξή τους, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή. Φαίνεται ότι υπάρχει καλή θέληση, ενώ τόσο η Ε.Ε. όσο και η Τουρκία θέλουν να υπάρξει συνέχεια».
Από την πλευρά του το στέλεχος του Ifo Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών, Πανού Πουτβάαρα, δεν είναι και τόσο αισιόδοξος, καθώς θεωρεί ότι η Τουρκία απομακρύνεται από τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, «προχωρώντας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις μόνη της».
Σημειώνει ότι η επιχείρηση στη Συρία, που είχε προκαλέσει την αντίδραση της Δύσης, αύξησε τον αριθμό των προσφύγων και αν η Ε.Ε. αποφασίσει να συνεργαστεί ξανά με την Άγκυρα, «θα πρέπει να απαιτήσει να μην επαναληφθούν τέτοιου είδους επιχειρήσεις».
Τέλος, σημαντικός παράγοντας για τις εξελίξεις είναι και οι οικονομικές δυνατότητες της Ε.Ε. Στην επόμενη σύνοδο κορυφής, στις 20 Φεβρουαρίου στις Βρυξέλλες, θα συζητηθεί μεταξύ άλλων και η ενδεχόμενη αύξηση των πόρων για τους πρόσφυγες στην Τουρκία. Το ζήτημα είναι πώς θα επηρεάσει την απόφαση αυτή η αποχώρηση της Βρετανίας, που πλέον δεν θα συμβάλει στον κοινοτικό προϋπολογισμό, αλλά και η διάθεση των χωρών-μελών να συναινέσουν σε απόφαση για αύξηση πόρων που θα διοχετευθούν στην Τουρκία.
