Δίχως νέα οράματα και μεγάλα σχέδια ήρθε το νέο έτος στη Γερμανία, με άδειες αποσκευές όπως και αυτές του έτους που έφυγε. Το μόνο σίγουρο χαρτί στα χέρια της κυβέρνησης Μέρκελ για το 2020 είναι η προεδρία της Ε.Ε., που μπορεί και να μην καταφέρει θεαματικά αποτελέσματα στην Ευρώπη, ωστόσο στο εσωτερικό της χώρας λειτουργεί συνεκτικά στο πολιτικό σκηνικό, προς όφελος των κυβερνητικών εταίρων.
Το άγχος της Γερμανίας να ξαναγίνει η ατμομηχανή της Ευρώπης είναι εμφανές σε όλες τις δηλώσεις των κυβερνητικών παραγόντων. Μεγαλύτερο είναι όμως το άγχος να προλάβει η ίδια το τρένο της νέας οικονομίας, με τον ψηφιακό μετασχηματισμό και τις αλλαγές του παραγωγικού μοντέλου που επιβάλλει η κλιματική κρίση.
Η πρόεδρος των Χριστιανοδημοκρατών Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρεμπάουερ δήλωσε ρητά ότι «η χώρα χρειάζεται όσο ποτέ την πολιτική σταθερότητα» και κάλεσε τους Σοσιαλδημοκράτες εταίρους της να διαβεβαιώσουν ότι δεν θα προκαλέσουν κλυδωνισμούς στο κυβερνητικό σχήμα. Οι νέοι ηγέτες των Σοσιαλδημοκρατών, ο Νόρμπερτ Βάλτερ-Μπόργιανς και η Σάσκια Εσκεν, έσπευσαν να το κάνουν πριν ακόμη καθίσουν στο τραπέζι της κυβερνητικής επιτροπής.
Προεκλογική εκστρατεία
Τι θέλει και τι δεν θέλει η Χριστιανική Ενωση το έκανε ακόμη πιο καθαρό τις προάλλες ο πρόεδρος των Χριστιανοκοινωνιστών, Μάρκους Σέντερ, με δηλώσεις του στο γερμανικό πρακτορείο Dpa: «Η Γερμανία πρέπει με την προεδρία του Συμβουλίου να ωθήσει την Ευρώπη προς τα εμπρός. Αλλά αν η Γερμανία είναι αδύναμη, επειδή θα διεξάγεται προεκλογική εκστρατεία ή η κυβέρνηση καταρρέει, θα έβλαπτε όλη την Ε.Ε.».
Σύμφωνα με τον Βαυαρό πρωθυπουργό, που δεν κρύβει τις βλέψεις του για την καγκελαρία, «η Γερμανία χρειάζεται να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να λειτουργήσει επί ίσοις όροις με τη Γαλλία».
Ο Μ. Σέντερ μεταφέρει με τον τρόπο του την αίσθηση που έχει διαμορφωθεί στη Γερμανία αλλά και γενικότερα στην Ε.Ε. ότι «οι Γάλλοι φίλοι μας ενεργούν και το Βερολίνο μόνον αντιδρά». Αυτή η προωθητική ατζέντα, που επικαλείται ο πρόεδρος των Χριστιανοκοινωνιστών, είναι λίγο-πολύ γνωστή, αλλά αβέβαιη ως προς την υλοποίησή της, καθώς το Βερολίνο επιμένει σε όλα τα κρίσιμα θέματα να τηρηθούν τα ισχύοντα, με επιμέρους μικρές αλλαγές και αυτές πάντα με ανταλλάγματα για τη Γερμανία.
Στο θέμα της δημοσιονομικής σταθερότητας, η κυβέρνηση της Ανγκελα Μέρκελ επιμένει στην τήρηση του συμφώνου για ελλείμματα κάτω από 3%, παρά τις πιέσεις που έχει δεχθεί από όλες τις πλευρές να δώσει επενδυτικές ανάσες στην ευρωπαϊκή οικονομία χαλαρώνοντας τον κορσέ. Οι μόνες υπερβάσεις, που σχεδιάζει να συζητήσει, αφορούν στις επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας και στην πράσινη ενέργεια, μέσα από κρατικά επενδυτικά σχήματα ειδικού σκοπού.
Για τη Γερμανία είναι εύκολο να προχωρήσει σε τέτοιες επενδυτικές ενέργειες, μέσω των κρατιδίων και των περιφερειακών οργανισμών που δεν προκαλούν δημοσιονομικά ελλείμματα στον προϋπολογισμό. Αντιθέτως, η συζήτηση για τη χρηματοδότηση του σχεδίου ευρωπαϊκής άμυνας, που προωθούσε το Παρίσι, θα πάρει νέα αναβολή, εφόσον το Βερολίνο συνεχίσει να θέλει αυτές τις δαπάνες εντός πλαισίου δημοσιονομικής σταθερότητας.
Πριν αναλάβει την προεδρία του Συμβουλίου, η Γερμανία πρέπει να κλείσει μέσα στο πρώτο εξάμηνο της κροατικής προεδρίας το θέμα του προϋπολογισμού της Ε.Ε. μέχρι το 2027. Η φινλανδική προεδρία άφησε τη διαπραγμάτευση ημιτελή λόγω του Brexit και της άρνησης της Γερμανίας να μοιραστεί αναλογικά το χρηματοδοτικό κενό που δημιουργείται. Η αντιπρόταση του Βερολίνου είναι να μειωθεί ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός στο 1% του ΑΕΠ και να είναι όλοι ευχαριστημένοι και πιο πολύ, φυσικά, οι Γερμανοί. Σε αυτό το πνεύμα έγινε και η διαπραγμάτευση για την ενίσχυση του ESM στα πρότυπα του ΔΝΤ.
Δημοσιονομικοί κίνδυνοι
Η μεταρρύθμιση του Μηχανισμού αφορά μόνο τις χώρες της ευρωζώνης και ως εκ τούτου θα πρέπει να επικυρωθεί από τις κυβερνήσεις ή τα Κοινοβούλια των χωρών του ευρώ. Στη Γερμανία η συζήτηση έχει αρχίσει με το ερώτημα εάν χρειάζεται απλή πλειοψηφία, δηλαδή μπορεί να κυρωθεί με τις ψήφους των βουλευτών του κυβερνητικού συνασπισμού, ή αντιθέτως απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία λόγω δημοσιονομικών κινδύνων που ενδεχομένως δημιουργεί για τη Γερμανία σε περίπτωση χρηματοπιστωτικής κρίσης ή χρεοκοπίας μεγάλων τραπεζών.
Ο φόβος των κυβερνητικών κομμάτων μη διαταραχθεί έστω και λίγο η αίσθηση ασφάλειας και ευημερίας, που έχει η γερμανική κοινωνία, λειτουργεί παραλυτικά και στη συζήτηση για το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα.
Η δήλωση του προέδρου των Πρασίνων, Ρ. Χάμπεκ, στην εφημερίδα «FAZ» να δεχθεί η Γερμανία τουλάχιστον 4.000 από τα ασυνόδευτα προσφυγόπουλα, που είναι στην Ελλάδα, συνάντησε την άρνηση της κυβέρνησης, η οποία παρέπεμψε στις διαδικασίες του Δουβλίνου. Και παρά την έκκληση της Ε.Ε. να αναλάβουν οι ευρωπαϊκές χώρες πρωτοβουλία σε εθελοντική βάση, το Βερολίνο επιμένει στις συμφωνίες που έχει χαρακτηρίσει μη λειτουργικές και υπερτονίζει τη βοήθεια που στέλνει στην Ελλάδα.
