Αν η Ανγκελα Μέρκελ ήθελε να επιβεβαιώσει ότι βρίσκεται σε τροχιά σύγκρουσης με τον Εμανουέλ Μακρόν το πέτυχε χθες στην ομιλία της στην Ομοσπονδιακή Βουλή της Γερμανίας με τον πιο ηχηρό τρόπο: υπερασπίστηκε το ΝΑΤΟ, εξήρε τον ρόλο της Τουρκίας, ζήτησε κοινή στάση της Ε.Ε. έναντι της Κίνας και έφτασε μέχρι την επεμβατική πολιτική της Γαλλίας στις αποικίες που είχε στην Αφρική. Μόνον που η συζήτηση αφορούσε τον νέο γερμανικό προϋπολογισμό, του 2020, και την ανησυχία που αφήνει η οικονομική στασιμότητα του 2019.
Η καγκελάριος της Γερμανίας μιλώντας στην Ολομέλεια για το νέο οικονομικό έτος, για πρώτη φορά στη δεκατετραετή πορεία της, δεν είχε να υποσχεθεί τίποτε παραπάνω από τη διατήρηση της σταθερότητας. Χαρακτήρισε παράλογες τις προτάσεις για χαλάρωση του δημοσιονομικού πλαισίου, προτάσεις που έχουν διατυπωθεί και από τη νέα διοίκηση της ΕΚΤ και την Κριστίν Λαγκάρντ, λέγοντας ότι της «προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι στο Κοινοβούλιο κάποιοι μιλούν τόσο υποτιμητικά για έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό» και πρόσθεσε ότι «ποτέ δεν είχαμε τόσο πολλές επενδύσεις. Δεν είναι δυνατόν να θεωρεί κανείς ότι οι επενδύσεις είναι καλές μόνον όταν δημιουργούν νέο χρέος».
Ο νέος προϋπολογισμός, «ένας τακτοποιημένος προϋπολογισμός», όπως είπε η καγκελάριος, προβλέπει δαπάνες 362 δισ. ευρώ, 5,6 δισ. περισσότερα από τον φετινό και οι δημόσιες επενδύσεις ανέρχονται σε 43 δισ. ευρώ. Για έβδομη χρονιά ο προϋπολογισμός θα είναι ισοσκελισμένος και το δημόσιο χρέος της Γερμανίας θα πέσει το επόμενο έτος στο 60% του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με την καγκελάριο η «σχετικά ισχυρή» γερμανική οικονομία θα χρειαστεί μέτρα ενίσχυσης, όπως η μείωση του εταιρικού φόρου, όμως υπάρχουν διαφωνίες μέσα στον κυβερνητικό συνασπισμό μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών και Σοσιαλδημοκρατών. Οπως επίσης υπάρχουν διαφωνίες και για τα μέτρα κοινωνικής πρόνοιας, ενώ ως προς τα μέτρα περιβαλλοντικής προστασίας το αποτύπωμά τους στον προϋπολογισμό όπως επισημαίνουν οι Πράσινοι και η Αριστερά είναι ανεπαίσθητο.
Δήλωσε βέβαιη πάντως ότι η αυτοκινητοβιομηχανία θα προσαρμοστεί μακροπρόθεσμα στις ανάγκες των καιρών και θα περάσει στην ηλεκτροκίνηση εις πείσμα όσων θεωρούν ότι θα πληγεί, ανατρέχοντας στην πρώτη βιομηχανική επανάσταση: «Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος όταν είδε για πρώτη φορά αυτοκίνητο πίστευε ότι το άλογο θα επικρατήσει». Η αναφορά προκάλεσε θυμηδία, όμως μεγαλύτερη θυμηδία προκάλεσε η διαβεβαίωση πως ο κυβερνητικός συνασπισμός θα ολοκληρώσει τη θητεία του με την ίδια επικεφαλής μέχρι το τέλος.
Ισχυρό ΝΑΤΟ
Κατά την προσφιλή τακτική της η Α. Μέρκελ διεύρυνε τη συζήτηση, μεταφέροντας το κέντρο βάρους από τη γερμανική οικονομία στη διεθνή κατάσταση, δίχως όμως να θίξει και πάλι τα ζητήματα αιχμής για τη Γερμανία, τον εμπορικό πόλεμο Ε.Ε.-ΗΠΑ και τις σχέσεις με την Κίνα.
Αναφέρθηκε εκτενώς στο ΝΑΤΟ ενόψει της συνόδου, υπογραμμίζοντας ότι «σήμερα, περισσότερο και από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, το ΝΑΤΟ είναι προς το δικό μας συμφέρον» και υποστήριξε ότι «η Ευρώπη δεν μπορεί να αμυνθεί μόνη της αυτή τη στιγμή».
Ως προς τις αμυντικές δαπάνες της Γερμανίας όμως δεν πρόσθεσε ούτε ένα δεκαδικό ψηφίο στον παλαιό σχεδιασμό. «Η Γερμανία θα αυξήσει τη συμμετοχή της από 1,42% το 2020 στο 1,5% το 2024 και θα φτάσει στο 2% στις αρχές της δεκαετίας του 2030» (το 2031 έχει δηλώσει η υπουργός Αμυνας και πρόεδρος του CDU Α. Κραμπ-Καρενμπάουερ).
Ως προς τον ρόλο της Γερμανίας στις περιφερειακές διενέξεις η καγκελάριος αναφέρθηκε στην εμπειρία της επέμβασης των Γάλλων στο Μάλι, οριοθετώντας τη στάση της Γερμανίας στην υποστήριξη των συμμαχικών κρατών. Κοινή στάση με τη Γαλλία ζήτησε η Α. Μέρκελ και στο θέμα των σχέσεων της Ε.Ε. με την Κίνα…
Αναφερόμενη στα Βαλκάνια, η καγκελάριος επέκρινε εκ νέου το βέτο της Γαλλίας στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Ε.Ε. με την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία. Για την Τουρκία, τέλος, η Α. Μέρκελ είπε πως είναι «ένας δύσκολος εταίρος», αλλά θα πρέπει για γεωστρατηγικούς λόγους να παραμείνει οπωσδήποτε στο ΝΑΤΟ.
