ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μαργαρίτα Βεργολιά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια μέλι – δύο ξίδι ήταν η χθεσινή τακτική της Αγκυρας έναντι των ΗΠΑ, ενόσω η κατάσταση για τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν ολοένα και περιπλέκεται, εντός και εκτός συνόρων.

«Είναι αδύνατον για την Τουρκία να τα βγάλει πέρα με ένα νέο κύμα μεταναστών από τη Συρία», προειδοποίησε εκ νέου χθες ο Ταγίπ Ερντογάν προς τη Δύση, αμέσως μετά τη συνάντηση που είχε με τον Αμερικανό υπουργό Εμπορίου Γουίλμπουρ Ρος (πραγματοποιεί πενθήμερη επίσκεψη στη γείτονα, με πολυμελή συνοδεία).

«Αναμένουμε από τις Ηνωμένες Πολιτείες να σταθούν δίπλα μας στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας και στις προσπάθειές μας να δημιουργήσουμε ζώνες ασφαλείας, όπου μπορούν να επιστρέψουν οι πρόσφυγες», τόνισε ο Τούρκος πρόεδρος.

Η Αγκυρα βέβαια «εκτιμά πολύ» τη συνεργασία της με την Ουάσινγκτον στη Συρία, συμπλήρωσε. Ομως «η μέχρι τώρα αποστολή 50.000 φορτηγών με εξοπλισμό και πυρομαχικά σε τρομοκρατικές ομάδας μάς ενοχλεί», διεμήνυσε, αναφερόμενος στη στρατηγική συνεργασία των ΗΠΑ με την πολιτοφυλακή YPG των Κούρδων της Συρίας. Κάτι, επισήμανε, που «είναι αδύνατο να αποδεχτούμε ως στρατηγικοί εταίροι».

Ταυτόχρονα, ο Τούρκος ΥΠΕΞ εξαπέλυε ακόμη πιο δριμεία επίθεση κατά των ΗΠΑ. «Μιλάμε για έναν αποκαλούμενο σύμμαχο, που δεν μπορεί να λειτουργήσει ανεξάρτητα από μια τρομοκρατική ομάδα», είπε χαρακτηριστικά χθες ο Μεβλούτ Νταβούτογλου.

«Οι ΗΠΑ ενισχύουν τη συνεργασία μαζί τους», πρόσθεσε, αναφερόμενος επίσης στους Κούρδους της Συρίας. Κατηγόρησε, δε, ανοιχτά τη ΝΑΤΟϊκή σύμμαχο για «διακοσμητικά βήματα» προς τη δημιουργία «ζώνης ασφαλείας» στη βορειοανατολική Συρία. Εξ ου και επανέλαβε τις τουρκικές απειλές της Αγκυρας για νέα στρατιωτική εισβολή στα συριακά εδάφη.

Οχι τυχαία, η φραστική επίθεση Νταβούτογλου γινόταν την ώρα που στην Αγκυρα βρίσκονταν για κρίσιμες διαβουλεύσεις δύο κορυφαίοι αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ: ο υπαρχηγός της Κεντρικής Διοίκησης, αντιπτέραρχος Τόμας Μπέργκερσον και ο υπαρχηγός της Ευρωπαϊκής Διοίκησης, αντιστράτηγος Στέφεν Τουίτι.

Σύμφωνα με το τουρκικό υπουργείο Αμυνας, χθες είχαν έναν πρώτο γύρο συνομιλιών με Τούρκους αξιωματικούς και αξιωματούχους και σήμερα αναμένεται και δεύτερος, με επίκεντρο τις εξελίξεις στη Συρία. 

Ποντάροντας πάντως προφανώς πολλά περισσότερα στην προαναγγελθείσα συνάντησή του με τον Αμερικανό πρόεδρο Τραμπ -στο περιθώριο της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη, στα τέλη αυτού του μήνα-, ο Τούρκος πρόεδρος έκλεισε χθες για πολλοστή φορά το μάτι στον Λευκό Οίκο.

Μνημονεύοντας τον Τραμπ και αψηφώντας κάθε προοπτική επιβολής αμερικανικών κυρώσεων για την αγορά των ρωσικών S-400, ανέφερε ότι ψηλά στη διμερή ατζέντα είναι η έναρξη διαβουλεύσεων «για συμφωνία ελεύθερου εμπορίου». Στόχος, υπογράμμισε, είναι η ενίσχυση των διμερών συναλλαγών στα 100 δισ. δολάρια.

«Θέλουμε περισσότερες επιχειρήσεις των ΗΠΑ να επενδύσουν στη χώρα μας», ήταν το κάλεσμα Ερντογάν, και «είμαστε έτοιμοι να παράσχουμε οποιαδήποτε απαραίτητη υποστήριξη στους επενδυτές των ΗΠΑ».

Φωτιά στα τόπια

Στο εσωτερικό της Τουρκίας, εν τω μεταξύ, δύο… όψιμοι αντι-ερντογανικοί «αντάρτες» ετοιμάζονται πυρετωδώς να βάλουν φωτιά στα τόπια. Πρώτος εξ αυτών: ο Αλί Μπαμπατζάν, πρώην υπουργός Οικονομικών, πρώην ΥΠΕΞ και πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης (2009-2015).

Δύο μήνες μετά την παραίτησή του από το κυβερνών AKP, του οποίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος, ο Μπαμπατζάν προανήγγειλε χθες -μέσω συνέντευξης στην ισλαμική εφημερίδα Karar- αυτό που συζητείται εντόνως εδώ και μήνες στους πολιτικούς διαδρόμους της Αγκυρας.

Ητοι την ίδρυση νέου κεντροδεξιού κόμματος έως τα τέλη του έτους, με τη στήριξη (όχι όμως και την ενεργό συμμετοχή) του πρώην προέδρου Αμπντουλάχ Γκιουλ και στόχο η Τουρκία να γίνει «μια ανοιχτή χώρα, με ανοιχτή οικονομία».

Ανάλογα σχέδια, αλλά με μικρότερη καταπώς εκτιμάται πολιτική παρεμβατικότητα, έχει και ο πρώην πρωθυπουργός και ΥΠΕΞ, Αχμέτ Νταβούτογλου, η οριστική διαγραφή του οποίου από το AKP θεωρείται πλέον δεδομένη. Οι κινήσεις αυτές, μαζί με την ορατή προοπτική ανεξαρτητοποιήσεων βουλευτών του ΑΚP, εντείνουν τις πολιτικές πιέσεις στον Ερντογάν, στην κυβέρνησή του και στην κοινοβουλευτική συμμαχία του με τους εθνικιστές του MHP, που λειτουργεί με τη βεβαιότητα ότι οι επόμενες εκλογές θα είναι το 2023.