Απόγευμα της 27ης Οκτωβρίου 2005. Δυο έφηβοι έπαιζαν μπάλα στην άθλια εργατική γειτονιά τους στα βορειοανατολικά του Παρισιού. Δυο ώρες αργότερα, κείτονταν νεκροί από ηλεκτροπληξία σε υποσταθμό ηλεκτρικής ενέργειας όπου κατέφυγαν για να κρυφτούν από την αστυνομία.
Η δίκη των ενστόλων που άρχισε στη πόλη Ρέν της δυτικής Γαλλίας, επικεντρώνεται μεν σε ένα συγκεκριμένο γεγονός, αλλά οι εντάσεις που έρχονται πάλι στην επιφάνεια απηχούν παρόμοιες αντιπαραθέσεις στο Φέργκιουσον, το Λονδίνο και τη Στοκχόλμη, μεταξύ ως επι το πλείστον λευκών αστυνομικών και νέων από μειονότητες.
Οι δυο αστυνομικοί που έχουν κάτσει στο εδώλιο έκλαιγαν ενώ κατέθεταν την δική τους εκδοχή για τα γεγονότα εκείνο το απόγευμα στο υποβαθμισμένο προάστιο Clichy-sous-Bois της πρωτεύουσας, που πυροδότησαν, επί τρεις εβδομάδες, μερικά από τα χειρότερα επεισόδια των τελευταίων 40 ετών στη χώρα, από όσους βλέπουν την αστυνομία όχι ως προστάτη τους, αλλά ως κυνηγό τους και οι οποίοι πιστεύουν ότι ο 15χρονος Μπούνα Τραόρε και ο 17χρονος Ζιέντ Μπένα ήταν θύματα ενός συστήματος που αρνείται να δώσει μια ευκαιρία στους νεαρούς μετανάστες σε όλη την Γαλλία.
«Είμαστε στο σημείο συνάντησης δυο κόσμων που δεν γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον» είπε χαρακτηριστικά ο δικηγόρων των οικογενειών των θυμάτων, Ζαν Πιέρ Μινιάρντ, μιλώντας στο Associated Press.
Οι δυο αστυνομικοί, που κατηγορούνται ότι συνέβαλαν στον θάνατο των παιδιών, δηλώνουν αθώοι. Και σε μια ασυνήθιστη κίνηση, στο πλευρό τους έχει σταθεί και ο εισαγγελέας που έχει ζητήσει την αθώωση τους λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων. Οι οικογένειες των αγοριών εξακολουθούν να παλεύουν για μια καταδίκη και η δίκη έφερε πάλι στην επιφάνεια την οργή για τα τραγικά γεγονότα του 2005, αποκαλύπτοντας πάλι, 10 χρόνια μετά το τραγικό γεγονός, τις διαχωριστικές γραμμές που εξακολοθούν να υπάρχουν στη Γαλλία.
Η απόφαση, που θα ανακοινωθεί στις 18 Μαίου, αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς ορισμένοι εκφράζουν φόβους για το ενδεχόμενο να ξεσπάσουν νέες ταραχές στις υποβαθμισμένες γειτονιές των μεταναστών εάν επιτραπεί στους αστυνομικούς να φύγουν ελεύθεροι από το δικαστήριο. Η ποινή που αντιμετωπίζουν, εάν καταδικαστούν, είναι έως πέντε χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο έως 75.000 ευρώ ο καθένας.
Από τα γεγονότα του 2005 και μετά οι διαδοχικές κυβερνήσεις επένδυσαν μεγάλα κονδύλια για να βελτιώσουν την ζωή στα εγκαταλελειμμένα προάστια, αλλά τα χρήματα που διατέθηκαν δεν έσβησαν την αίσθηση της αδικίας και της ανισότητας των κατοίκων τους- στην πλειοψηφία τους μετανάστες από πρώην γαλλικές αποικίες στην Αφρική. Ακόμα και ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς πρόσφατα χρησιμοποίησε τη λέξη «απαρτχάιντ» για να περιγράψει την αποξένωση, την οποία έχει εκμεταλλευτεί στο έπακρο το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο, που αναδείχθηκε δεύτερο κόμμα στον πρώτο γύρο των τοπικών εκλογών την προηγούμενη εβδομάδα.
«Δεν θα ξοδευόμουνα για να σώσω το τομάρι τους»
Οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί είναι οι Σεμπαστιέν Γκεγιεμίν 41 ετών και Στεφανί Κλάιν, 38 ετών. Ο Γκεγιεμίν ήταν αυτός που κυνήγησε τα δυο παιδιά στη ζούγκλα από τσιμέντο του Clichy-sous-Bois το απόγευμα της 27ης Οκτωβρίου του 2005. Ο 17χρονος Ζιέντ, με καταγωγή από τη βόρεια Αφρική και ο 15χρονος Μπούνα από το Μάλι, δεν είχαν μαθήματα λόγω σχολικών διακοπών και γυρνούσαν σπίτι μετά από ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου με τους φίλους τους, όταν είδαν το περιπολικό. Αρχισαν να τρέχουν, παρότι δεν είχαν διαπράξει κανένα αδίκημα, επειδή έτσι είχαν μάθει στην γειτονιά τους: όταν βλέπεις αστυνομικό τρέχεις.
Σύμφωνα με τις καταθέσεις, οι αστυνομικοί τους κυνήγησαν, θεωρόντας από την πλευρά τους ότι τα παιδιά το έβαλαν στα πόδια για κάποιο λόγο. Ο Ζιέντ και ο Μπούνα πέθαναν από ηλεκτροπληξία όταν προσπάθησαν να κρυφτούν σε τοπικό υποσταθμό διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Εαν τρίτο αγόρι που ήταν μαζί τους, ο 17χρονος Μουχιτίν Αλτούν, νοσηλεύτηκε με σοβαρά εγκαύματα. Σύμφωνα με την αγωγή των οικογενειών τους, οι αστυνομικοί επειδή «δεν παρείχαν βοήθεια σε πολίτες που βρίσκονταν σε κίνδυνο», αφού δεν ενημέρωσαν κανέναν ότι τρία παιδιά αντιμετωπίζουν βέβαιο θάνατο. Η ιατροδικαστική έκθεση που διαβάστηκε στο δικαστήριο ήταν μια σοκαριστική περιγραφή ενός φοβερού θανάτου: τα ρούχα των παιδιών έλιωσαν στο δέρμα τους και το δέρμα έλιωσε τα κόκκαλα τους. Ο δικαστής αρνήθηκε να παρουσιαστούν και οι φωτογραφίες των σορών, χαρακτηρίζοντας τες «υπερβολικά σοκαριστικές».
«Εάν μπούν εκεί μέσα, δεν θα ξοδευόμουνα να σώσω το τομάρι τους» φέρεται να είπε ο αστυνομικός Γκεγιεμίν μέσω ασυρμάτου στην Κλάιν, ή κατά μια άλλη εκδοχή είπε «Εάν έχουν μπει εκεί μέσα, δεν τους δίνω πολλές πιθανότητες να ζήσουν». Σε κάθε περίπτωση, σε αυτή τη φράση βασίζεται το επιχείρημα των οικογενειών που προσπαθούν να αποδείξουν ότι οι αστυνομικοί γνώριζαν τον μεγάλο κίνδυνο που απειλούσε τη ζωή των παιδιών τους και δεν έκαναν τίποτα για να τα προφυλάξουν. Και οι δυο αστυνομικοί υποστηρίζουν ότι δεν γνώριζαν μετά βεβαιότητας ότι τα τρία αγόρια είχαν μπει στον υποσταθμό και επομένως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε άλλο για να τα βοηθήσουν.
Στη δίκη κατέθεσε ήδη και το αγόρι που επέζησε, ο Αλτούν που σήμερα είναι 26 ετών. «Αφού δεν είχατε κάνει κάτι παράνομο, γιατί προσπαθήσατε να ξεφύγετε από την αστυνομία;» τον ρώτησε ο δικαστής. «Διότι όλοι τρέχουν να ξεφύγουν» απάντησε ο μάρτυρας.
Η κατάθεση του ζωγράφισε μια εικόνα αμοιβαίας καχυποψίας: τα παιδιά τρέχουν διότι βλέπουν την αστυνομία και η αστυνομία κυνηγάει τα παιδιά επειδή τρέχουν!
Περίπου 15 λεπτά μετά την ανακοίνωση του θανάτου των δυο αγοριών, πυρπολήθηκε το πρώτο αυτοκίνητο κοντά στο Clichy-sous-Bois. Και μέσα στις επόμενες τρεις εβδομάδες περίπου 9.000 οχήματα τυλίχθηκαν στις φλόγες σε πολλές περιοχές της χώρας, μαζί με κυβερνητικά κτίρια, χιλιάδες άτομα συνελήφθησαν και η τότε κυβέρνηση κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης επιβάλλοντας απαγόρευση κυκλοφορίας.
Ο δικαστής αναγνώρισε ότι η δίκη έχει πολιτική χροιά, αλλά επιδίωξε να επικεντρωθεί η διαδικασία στη συγκεκριμένη υπόθεση. Οι εισαγγελείς έχουν προσπαθήσει και στο παρελθόν να εμποδίσουν την υπόθεση να πάει σε δίκη και το είχαν καταφέρει μέχρι που το ανώτατο δικαστήριο απεφάνθη να προχωρήσει η δίκη. Καταθέτοντας οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί έβαλαν και οι δυο τα κλάματα και ο δικαστής φάνηκε να συγκινείται.
Αλλά για τον τρίτο αγόρι της τραγικής ιστορίας, τον Αλτούν, ήταν παράσταση υποκρισίας.
«Για μένα» είπε ο νεαρός στην κατάθεση του «αυτά τα δάκρυα είναι για τον κινηματογράφο. Εμείς δεν έχουμε σταματήσει να κλαίμε 10 χρόνια τώρα»
