«Κανείς δεν θα μπορεί να γονατίσει αυτό το έθνος, όσο έχουμε θεσμούς να προστατεύουν την τουρκική Δημοκρατία. (…) Οσο η Τουρκία έχει τους στρατιώτες, τους αστυνομικούς και τις μυστικές υπηρεσίες της, κανείς δεν θα επιχειρήσει ξανά να καταλάβει αυτή τη χώρα. (…) Παίρνουμε όλα τα προληπτικά μέτρα για να αποτρέψουμε προδοσίες, όπως αυτή της 15ης Ιουλίου. (…) Η παραλαβή των S-400 θα ολοκληρωθεί τον Απρίλιο του 2020 και ο νέος στόχος μας είναι η κοινή παραγωγή με τη Ρωσία».
Στο γνωστό τόνο και ύφος, ο Ταγίπ Ερντογάν χρησιμοποίησε τη χθεσινή τρίτη επέτειο από την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 για να στείλει μηνύματα ένθεν κακείθεν, εν μέσω κλιμακούμενης κρίσης στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, σύσφιγξης των σχέσεων με τη Ρωσία μέσω των S-400 και μιας επικίνδυνα ρευστής κατάστασης στην τουρκική οικονομία.
Οχι τυχαία, κορωνίδα των επετειακών εκδηλώσεων αποτελούσε η κεντρική ομιλία του Τούρκου προέδρου αργά χθες το βράδυ στο αεροδρόμιο Ατατούρκ της Κωνσταντινούπολης: σημείο αναφοράς της πολύνεκρης απόπειρας πραξικοπήματος, αλλά και της μετέπειτα πολιτικής «επέλασης» του Ερντογάν, με τη μετάβαση στο προεδρικό σύστημα α λα τούρκα και με το πογκρόμ διώξεων, απολύσεων και φυλακίσεων «γκιουλενιστών τρομοκρατών», επικριτών και αντιπάλων.
«Ευλογημένη μέρα»

«Η νίκη της 15ης Ιουλίου είναι μια αχτίδα ελπίδας για μια πιο ελεύθερη, πολιτική και δημοκρατική Τουρκία για τις μελλοντικές γενιές», διακήρυττε παρ’ όλα αυτά ο Ερντογάν σε χθεσινό του άρθρο στη Hürriyet. Πρόκειται για «μια ευλογημένη μέρα, όπου το ισχυρό έθνος μας έβαλε τέλος στην ιστορία των πραξικοπημάτων», υπογράμμιζε, ενόσω παραμένουν αναπάντητα πολλά ερωτήματα για το τι πραγματικά συνέβη τελικά στη γείτονα πριν από τρία χρόνια. Και σήμερα;
«Σήμερα, οι Τούρκοι ανησυχούν περισσότερο από ποτέ για το μέλλον», έγραφε χθες στην Deutsche Welle o διακεκριμένος Τούρκος δημοσιογράφος Τζαν Ντουντάρ, πρώην αρχισυντάκτης της αντιπολιτευόμενης Cumhürriyet, νυν υπόδικος στη χώρα του για «τρομοκρατία» και ως εκ τούτου αυτοεξόριστος στη Γερμανία. «Εκτός από τη βαθιά οικονομική κρίση», εξηγεί, οι συμπατριώτες του «διαπιστώνουν καθημερινά ότι, μετά τις μαζικές απολύσεις στο Δημόσιο, δεν βρέθηκαν ικανά πρόσωπα για να στελεχώσουν υπηρεσίες και υπουργεία».
«Ούτε η αστυνομία, με την ισχυρότερη παρουσία της στους δρόμους των πόλεων, ούτε ο γαμπρός του που έγινε υπουργός Οικονομικών ούτε οι επιθέσεις εναντίον Αμερικανών, χριστιανών, γκιουλενιστών και Κούρδων απέφεραν οφέλη στον πρόεδρο Ερντογάν. Στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές, έχασε προπύργια του ΑΚΡ, όπως την Κωνσταντινούπολη και την Αγκυρα. Την ώρα που η αντιπολίτευση συμπορεύεται ολοένα και συχνότερα, στο κυβερνών κόμμα εμφανίζονται οι πρώτες ρωγμές. Σήμερα, τρίτη επέτειο της απόπειρας πραξικοπήματος, ο πρόεδρος Ερντογάν δεν θα έπρεπε να πανηγυρίζει, αλλά να ανησυχεί»…
Οι λόγοι είναι πολλοί. Δεν είναι μόνον τα μέτρα της Ε.Ε. για τις τουρκικές προκλήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ ή οι επικείμενες αμερικανικές κυρώσεις για τους S-400 βάσει του νόμου CAATSA, για την εφαρμογή του οποίου δήλωσε βέβαιος στην Washington Post ο Αμερικανός ΥΠΕΞ, Μάικ Πομπέο.
Με την απόκτηση των S-400, η Τουρκία «μοιράζεται ένα πολύ μικρό μέρος της κυριαρχίας της με τον (Ρώσο) κατασκευαστή των αντιαεροπορικών συστημάτων» στον εναέριο χώρο της, παρατηρεί στο Bfm.ru ο Βαντίμ Καζιούλιν, διευθυντής αρμόδιος για τις νέες τεχνολογίες και τη διεθνή ασφάλεια του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών PIR-Center.
Το σύστημα S-400
Ηδη, «δυτικοί αξιωματούχοι φοβούνται ότι οι Ρώσοι τεχνικοί, που θα εγκαταστήσουν το σύστημα S-400, θα μπορούσαν να κατασκοπεύσουν αμερικανικής κατασκευής μαχητικά, τα οποία επιχειρούν από τη βάση Ιντσιρλίκ στην Τουρκία», αναφέρει το αμερικανικό δίκτυο NBC. «Επίσης, εκλαμβάνουν την όλη διαδικασία ως προσπάθεια της Μόσχας να υπονομεύσει το ΝΑΤΟ».
Στην ίδια την Τουρκία, εν τω μεταξύ, η κατάσταση προδιαγράφεται εξαιρετικά περίπλοκη και ρευστή. «Η βαθιά δυσπιστία -αν όχι εχθρότητα- προς τις ΗΠΑ είναι η δύναμη που έφερε μαζί τούς αποκαλούμενους “Ευρασιανιστές” στρατηγούς και τον Ερντογάν, περίπου από το 2014-15», παρατηρεί σε χθεσινό άρθρο του ο διευθυντής της Ahval, Γιαβούζ Μπαϊντάρ. «Αυτή η συμμαχία, που υποστηρίζει το προεδρικό σύστημα, μπορεί να είναι βραχύβια», εξηγεί, «όμως από αυτήν πηγάζει η πρόκληση για το ΝΑΤΟ και η προσέγγιση με τη Ρωσία».
«Η Τουρκία είναι τώρα αποφασισμένη να αντιμετωπίσει τις αναμενόμενες συνέπειες -εξουσιοδοτημένες κυρώσεις των ΗΠΑ και περαιτέρω περιθωριοποίηση στο ΝΑΤΟ-, όμως η πολυπλοκότητα των στόχων της παραμένει: ο Ερντογάν και οι “Ευρασιανιστές” σύμμαχοί του έχουν διαφορετικές απόψεις για τη Συρία, τους τζιχαντιστές και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα», υπογραμμίζει ο έγκριτος Τούρκος αναλυτής. «Θα μπορούσε να πει κανείς ότι, με την άφιξη τμημάτων των S-400 επί τουρκικού εδάφους, ο τυχοδιωκτισμός στην Αγκυρα αυξήθηκε πολύ πιο δραματικά. Η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη, σε όλα τα επίπεδα, με μια ολοένα και πιο βαθιά κρίση, που θα κάνει θρύψαλα την εσωτερική πολιτική σκηνή. Μένει να δούμε η αντιπολίτευση τι μπορεί να κάνει».
