Ο πρώην υπουργός της Γαλλίας και μεγαλοεπιχειρηματίας Μπερνάρ Ταπί απαλλάχθηκε από τη γαλλική δικαιοσύνη για τις κατηγορίες για «αισχροκέρδεια» στην υπόθεση της επίμαχης διαιτησίας για την πώληση της Adidas, η οποία του είχε αποφέρει 403 εκατομμύρια ευρώ το 2008, πριν ακυρωθεί για «απάτη».
Σύμφωνα με δικαστήριο του Παρισιού, «κανένα στοιχείο στην υπόθεση δεν επιτρέπει να υποστηρίξει κανείς» πως υπήρξε «απάτη» σ’ αυτή η διαιτησία.
Ο εισαγγελέας στη δίκη που έγινε τον Απρίλιο, είχε ζητήσει ποινή φυλάκισης πέντε ετών χωρίς αναστολή, με την κατηγορία της «αισχροκέρδειας» και της «υπεξαίρεσης δημόσιων κεφαλαίων».
Η ετυμηγορία ήρθε έπειτα από πάνω από είκοσι χρόνια δικαστικών διαδικασιών που έφθασαν μέχρι την κορυφή του κράτους, εμπλέκοντας μεταξύ άλλων και τη μελλοντική πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Κριστίν Λαγκάρντ, υπουργό Οικονομίας τότε, η οποία καταδικάσθηκε στα τέλη του 2016 για «αμέλεια», χωρίς όμως να της επιβληθεί ποινή.
Κατά την πώληση της Adidas, ο Μπερνάρ Ταπί είχε λάβει το 2008 404 εκατομμύρια ευρώ, τα 45 εκατομμύρια από τα οποία για ηθική βλάβη, έπειτα από διαιτησία ανάμεσα στον ίδιο και το γαλλικό κράτος.
Ο επιχειρηματίας κατηγορούσε τη δημόσια τράπεζα Credit Lyonnais ότι τον εξαπάτησε αγοράζοντας απ’ αυτόν την Adidas έναντι 315,5 εκατομμυρίων ευρώ τον Φεβρουάριο 1993, ενώ πώλησε και πάλι την αθλητική εταιρεία το 1994 έναντι 701 εκατομμυρίων ευρώ.
Το 2015, η διαιτησία αυτή είχε κριθεί δόλια και είχε ακυρωθεί από τη δικαιοσύνη, η οποία είχε καταδικάσει τον Ταπί να επιστρέψει τα περίπου 404 εκατομμύρια ευρώ που του είχαν επιδικαστεί.
Ωστόσο, παράλληλα μ’ αυτή τη διαδικασία, η δικαιοσύνη είχε ανοίξει το 2013 ποινική έρευνα εναντίον του Μπερνάρ Ταπί και των διαφόρων πρωταγωνιστών της διαιτησίας για «αισχροκέρδεια από οργανωμένη συμμορία» και «υπεξαίρεση δημόσιων κεφαλαίων».
Έξι άτομα είχαν εμφανισθεί ενώπιον δικαστηρίου του Παρισιού για να λογοδοτήσουν σχετικά με τον ρόλο τους στην παράνομη διαιτησία.
Μεταξύ αυτών, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας τηλεπικοινωνιών Orange, ο Στεφάν Ρισάρ, ο οποίος δικαζόταν για «συνέργεια σε αισχροκέρδεια, απαλλάχθηκε επίσης.
Η εισαγγελία είχε ζητήσει να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης τριών ετών, με τους 18 μήνες χωρίς αναστολή, 100.000 ευρώ πρόστιμο και απαγόρευση να καταλάβει δημόσιο αξίωμα για πέντε χρόνια.
