Για το Βερολίνο, έχει γίνει πλέον σαφές ότι η γερμανογαλλική «ατμομηχανή» δεν λειτουργεί όπως στο παρελθόν, και δεν μπορεί να σύρει την Ε.Ε., δίχως τη συμφωνία και του τελευταίου τροχού του συρμού.
Οι ατελέσφορες μέχρι τώρα διαπραγματεύσεις για την επιλογή των προσώπων που θα καταλάβουν τα κορυφαία ευρωπαϊκά αξιώματα, δεν αποδίδονται μόνον στην εξασθένηση των δύο βασικών πολιτικών ομάδων της Ευρωβουλής, των Χριστιανοδημοκρατών και των Σοσιαλδημοκρατών αλλά και στις διαφορετικές επιλογές που έχουν κάνει για την Ευρώπη η καγκελάριος της Γερμανίας Ανγκελα Μέρκελ και ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν.
Η καγκελάριος επιχείρησε να δείξει πως θέλει να τηρήσει τη συμφωνία που επιτεύχθηκε μέσω του Ντόναλντ Τουσκ στο περιθώριο του G20 στην Ιαπωνία, όμως δεν κατάφερε να πείσει κρίσιμο αριθμό ηγετών του ΕΛΚ, και ιδίως τις χώρες της ομάδας Βίζεγκραντ που κινήθηκαν τις δύο προηγούμενες ημέρες σε συνεννόηση με την Ιταλία. Εάν δεν υπάρξουν μετατοπίσεις, η πλειοψηφία που απαιτείται για τον διορισμό του σοσιαλδημοκράτη Φρανς Τίμερμανς στο τιμόνι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν θα καταστεί εφικτή.
Οταν ρωτήθηκε η Α. Μέρκελ τι μπορεί να αλλάξει από χθες μέχρι σήμερα ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία επιλογής των προσώπων για την ηγεσία της Ε.Ε., δήλωσε με αφοπλιστικό ύφος ότι, αν το ήξερε, θα μπορούσε αυτό να έχει ήδη γίνει.
Οι εκτιμήσεις των γερμανικών Μέσων για την κατάληξη του Συμβουλίου Κορυφής είναι συγκρατημένες και παραπέμπουν στο προηγούμενο του διορισμού Γιούνκερ πριν από πέντε χρόνια, όταν μάλιστα οι ισορροπίες μεταξύ των πολιτικών ομάδων στην Ε.Ε. ήταν πιο ευνοϊκές για το ΕΛΚ και τους Σοσιαλδημοκράτες και, παρά ταύτα, η απόφαση ελήφθη το φθινόπωρο. Το ενδεχόμενο να χρειαστεί λοιπόν και νέα σύνοδος, δεν ανησυχεί ιδιαίτερα τη γερμανική κυβέρνηση.
Αντιθέτως μπορεί να εκληφθεί και ως αναμενόμενη εξέλιξη, καθώς ο πρόεδρος του ΕΛΚ Ζοζέφ Ντάουλ και οι αρχηγοί των Γερμανών Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοκοινωνιστών, Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ και Μάρκους Σέντερ, είχαν ενημερώσει την Α. Μέρκελ για τις αντιδράσεις που θα συναντούσε από τους πιο συντηρητικούς αρχηγούς η επιλογή του Φρ. Τίμερμανς για τη θέση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Σε δηλώσεις του στη δημόσια τηλεόραση ο γενικός γραμματέας του CDU, Πάουλ Τσίμιακ, επέκρινε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε ο Μάνφρεντ Βέμπερ, ενώ ο πρόεδρος του CSU, Μ. Σέντερ, με ανάρτηση στο Twitter επέκρινε τον Εμ. Μακρόν για τη στάση του. Από την άλλη, οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες είναι αυτή την περίοδο αφοσιωμένοι στην προετοιμασία του εκλογικού τους συνεδρίου και απλώς παρακολουθούν την ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση.
Το ερώτημα είναι αν η Α. Μέρκελ θέλει και μπορεί να κάμψει τις αντιδράσεις στην Ε.Ε. για τον Φρ. Τίμερμανς ή απλά περιμένει να δει τι μπορεί να κάνει ο Εμ. Μακρόν. Η αναφορά της στη νομική προϋπόθεση ότι ο νέος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πρέπει να εκλεγεί από τους αρχηγούς χωρών που αντιπροσωπεύουν πάνω από το 65% του συνολικού πληθυσμού της Ε.Ε., με την επισήμανση ότι πολιτικά θα ήταν άγονο εάν το ποσοστό είναι οριακό, παραπέμπει στην ανάγκη συναίνεσης όλων των μεγάλων χωρών και της Ιταλίας.
Η ίδια, πάντως, σύμφωνα με τις δηλώσεις της, δεν είναι διατεθειμένη να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση.
