Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στην υπηρεσία αντιμετώπισης απάτης της Ε.Ε. Olaf παραπέμπονται για έλεγχο οι καταγγελίες και πληροφορίες ότι ο Νάιτζελ Φάρατζ ως ευρωβουλευτής δεχόταν παράνομη χρηματοδότηση και δώρα από επιχειρηματία, ο οποίος είναι γνωστός υποστηρικτής του Brexit.

Σύμφωνα με την εφημερίδα Guardian, η Olaf θα διεξαγάγει έρευνα για να διαπιστώσει αν πρέπει να κινηθεί νομική διαδικασία εις βάρος του Βρετανού πολιτικού, ο οποίος φέρεται ότι έλαβε σημαντικά χρηματικά ποσά και άλλα δώρα από τον επιχειρηματία Άρον Μπανκς, τα οποία δεν δήλωσε στο Ευρωκοινοβούλιο, ως όφειλε.

Η Olaf ανακοίνωσε ότι η έρευνα προς το παρόν είναι άτυπη και «δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι ελεγχόμενοι είναι ένοχοι για κάποιο αδίκημα».

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι πολύ σπάνια η Olaf πραγματοποιεί έρευνες για μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ανάλογες έρευνες, οι οποίες οδήγησαν και σε νομική διαδικασία έχουν διεξαχθεί για την Μαρίν Λεπέν, για κατάχρηση ευρωπαϊκών πόρων, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για μισθούς προς τον σωματοφύλακά της και βοηθούς της στο Παρίσι.

Την έρευνα για τον ακροδεξιό πολιτικό προκάλεσε ρεπορτάζ του δικτύου Channel 4, σύμφωνα με το οποίο υπάρχουν τιμολόγια και άλλα αποδεικτικά έγγραφα, με τα οποία φαίνεται ότι ο Νάιτζελ Φάρατζ έχει δεχθεί πλουσιοπάροχες χορηγίες συνολικής αξίας 450.000 λιρών από τον Άρον Μπανκς την περίοδο του δημοψηφίσματος για το Brexit. Σε αυτά περιλαμβάνεται το μηνιαίο ενοίκιο μηνιαίας αξίας 13.000 στερλινών για κατοικία σε ακριβή περιοχή του Λονδίνου, αυτοκίνητο με οδηγό και ταξίδια στις ΗΠΑ για την προώθηση της εκστρατείας του Brexit.

Ο Φάρατζ δεν δήλωσε τίποτα από τα παραπάνω στην αρμόδια υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία προσέφυγε στην Olaf για να ερευνήσει την υπόθεση.

Καθώς ο Νάιτελ Φάρατζ και το κόμμα του έχουν χαρακτηρίσει την υπόθεση πολιτική δίωξη, λόγω της ανόδου του Κόμματος του Brexit -την απέδωσε σε «ζήλια»- η Olaf στην ανακοίνωσή της διευκρινίζει ότι «ξεκινά με δεδομένο το τεκμήριο της αθωότητας» και ότι θα εξετάσει «αν είναι βάσιμες οι υποψίες περί διαφθοράς που έβλαψε τα οικονομικά συμφέροντα της Ε.Ε., για να αποφασίσει αν θα προχωρήσει σε επίσημη έρευνα».