Οι εξελίξεις γύρω από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) που κορυφώθηκαν στα τέλη του 2018 με αφορμή τη διένεξη μεταξύ Ρώμης και Βρυξελλών για τον ιταλικό προϋπολογισμό και έλαβαν διαστάσεις με τα μέτρα που πήρε η γαλλική κυβέρνηση για να κατευνάσει τα «κίτρινα γιλέκα» αναμένεται να συνεχιστούν και το 2019, θέτοντας σε δοκιμασία τη γερμανική κυριαρχία στην Ευρώπη των 19.
Η περίφημη φράση «η Ε.Ε. έχει κανόνες που ισχύουν για όλα τα κράτη-μέλη», που χρησιμοποιήθηκε από τους εταίρους στην περίπτωση της Ελλάδας, έχει γίνει πλέον «ανέκδοτο».
Το Βερολίνο, όμως, δεν έχει πει την τελευταία του λέξη και θα κάνει το παν, παρά τη φθορά της Ανγκελα Μέρκελ στη γερμανική και ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, για να διασώσει το ΣΣΑ υπερασπιζόμενο τα συμφέροντά του.
Φαινομενικά, το ΣΣΑ, που υιοθετήθηκε το 1997 στη σύνοδο κορυφής του Αμστερνταμ με τις ευλογίες και τις πιέσεις της Γερμανίας, είναι το μέσο που διαθέτουν οι χώρες της ευρωζώνης για τον συντονισμό των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών τους. Στόχος, η αποφυγή υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Ο πήχης, όμως, του 3% του ΑΕΠ αποδείχθηκε πολύ υψηλός για ορισμένα κράτη-μέλη, για τα οποία οι χρηματοδοτήσεις του δημόσιου τομέα αποτελούν βασικό μοχλό ανάπτυξης. Ετσι, με τη Γερμανία στο τιμόνι της ευρωζώνης, το ΣΣΑ κατέστη σύμφωνο των πολιτικών οικονομικής λιτότητας και σε όποιον δεν αρέσει, «η πόρτα είναι ανοιχτή», όπως διατυμπάνιζε ο πρώην Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Μετά το 2015 και την ταπεινωτική ήττα των Αθηνών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκτελώντας τις εντολές του Βερολίνου, προσπάθησε για την τήρηση των προσχημάτων να χρυσώσει το χάπι ισχυριζόμενη ότι το ΣΣΑ διαθέτει «περιθώρια ευελιξίας». Τη θέση αυτή υποστήριξαν η Γερμανία, η Ολλανδία, η Φινλανδία και άλλες χώρες του Βορρά. Οι χώρες του Νότου την αμφισβήτησαν χλιαρά. Το Βερολίνο είχε σφίξει για τα καλά τη στρόφιγγα της λιτότητας.
Και φτάνουμε στα τέλη του 2018, με την Ιταλία να θέτει ως στόχο στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου ένα δημόσιο έλλειμμα 2,4% του ΑΕΠ για τον προϋπολογισμό της χώρας το 2019.
Αμέσως υψώθηκαν κραυγές διαμαρτυρίας από τον Βορρά. Αλλά και από τη Γαλλία, όχι διότι η Ρώμη υπερέβαινε το όριο του 3%, αλλά γιατί η νέα κυβέρνηση δεν τηρούσε τον στόχο του 0,8% επί του οποίου είχε δεσμευτεί η προηγούμενη κυβέρνηση Ρέντσι. Ολοι εν χορώ άρχισαν να επικαλούνται τους κανόνες της Ε.Ε. «οι οποίοι ισχύουν για όλα τα κράτη-μέλη».
Τα ίδια έλεγαν και την περίπτωση της Ελλάδας, από τον Γερμανό Β. Σόιμπλε και τον πρώην Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ μέχρι τον Ολλανδό πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε και τον επίτροπο Πιερ Μοσκοβισί, με διαφορετικούς τόνους ο καθένας.
Η Ιταλία, όμως, τρίτη οικονομική δύναμη της Ε.Ε., δεν είναι Ελλάδα. Οι δηλώσεις περί «τήρησης των κοινοτικών κανόνων» του Γάλλου προέδρου Εμ. Μακρόν και του υπουργού Οικονομικών Μπρουνό Λεμέρ, αλλά και του Ολλανδού Μ. Ρούτε ή του Αυστριακού καγκελάριου Κουρτς δεν βρήκαν ανταπόκριση από τη Ρώμη.
Από την πλευρά της Γερμανίας, ο υπουργός Οικονομικών Ολαφ Σολτς άφησε στην άκρη την επιθετική τακτική του Β. Σόιμπλε και ακολούθησε την παλιά μέθοδο της Α. Μέρκελ «άσε τους άλλους να βγουν μπροστά και να υποστηρίξουν τις θέσεις σου». Οπως και έγινε. Μπροστά, κατά της Ιταλίας, βγήκαν η Γαλλία, η Ολλανδία, η Φιλανδία και άλλες χώρες-σύμμαχοι του Βερολίνου, το οποίο περιορίστηκε στον έλεγχο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Η Ρώμη, όμως, βρήκε έναν απρόσμενο σύμμαχο από τη Γαλλία: τα «κίτρινα γιλέκα». Η οπισθοχώρηση του Εμ. Μακρόν στα αιτήματα των «κίτρινων γιλέκων» και οι οικονομικές επιπτώσεις της αποτέλεσαν βούτυρο στο ψωμί της Ρώμης, η οποία έκανε λίγα βήματα πίσω στο θέμα του δημόσιου ελλείμματος, αλλά προειδοποίησε τις Βρυξέλλες ότι δεν πρέπει να κλείσει τα μάτια, όπως έκανε τα τελευταία χρόνια, στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει εκ νέου η Γαλλία, η οποία αναμένεται με τα μέτρα που αναγκάστηκε να πάρει ο Εμ. Μακρόν υπέρ των «κίτρινων γιλέκων» και των δυνάμεων ασφαλείας να υπερβεί το όριο του 3% το 2019.
Αποτέλεσμα: Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδέχθηκε έναν συμβιβασμό με τη Ρώμη, το Παρίσι ζητεί κατανόηση από τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, βλέποντας τον κίνδυνο να δημιουργηθούν ρωγμές στο ΣΣΑ, αποφάσισε να κινητοποιηθεί πιο ενεργά, μέσω του «πιστού» στην Α. Μέρκελ, πρώην επικεφαλής της Βundesbank, Γενς Βάιντμαν, ο οποίος φιλοδοξεί να αναλάβει σημαντικό πόστο στην Ε.Ε., με τη βοήθεια φυσικά της καγκελάριου.
Ετσι, ο Γάλλος ΥΠΟΙΚ Μπρουνό Λεμέρ έσπευσε να συναντηθεί με τον επίτροπο Πιερ Μοσκοβισί για την αντιμετώπιση του υπερβολικού γαλλικού ελλείμματος για να δηλώσει αμέσως μετά ότι οι Βρυξέλλες βλέπουν με «κατανόηση» το γαλλικό πρόβλημα.
Λεπτομέρεια: οι σχέσεις Λεμέρ-Μοσκοβισί δεν μπορούν να χαρακτηριστούν μέχρι σήμερα φιλικές. Ο Γάλλος υπουργός ήταν το κατεξοχήν εμπόδιο στο αίτημα του επιτρόπου να ενταχθεί στο κόμμα του Εμ. Μακρόν και να βρει νέα πολιτική στέγη ή να παραμείνει στη θέση του επιτρόπου.
Ο Γ. Βάιντμαν από την πλευρά του προειδοποίησε τους εταίρους της χώρας του ότι δεν τίθεται θέμα χαλάρωσης του ΣΣΑ. Μάλιστα, διερωτήθηκε πώς θα διατηρήσει την ισχύ της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μετά τον συμβιβασμό που συμφώνησε με την Ιταλία.
Το Βερολίνο, λοιπόν, αναγκάστηκε να δείξει τα δόντια του για το κομμένο και ραμμένο πάνω στη γερμανική οικονομία ΣΣΑ, αλλά ορισμένα από αυτά έχουν φθαρεί…
