Ακόμη μία προσπάθεια, ίσως την τελευταία, να φέρει τη Γερμανία πιο κοντά στη Γαλλία και να ενισχύσει τη συνοχή της Ε.Ε. κατέβαλε χθες στο Βερολίνο ο Εμανουέλ Μακρόν. Στην ομιλία που απηύθυνε στη γερμανική ομοσπονδιακή Βουλή στο Βερολίνο, στην επέτειο της Ημέρας Μνήμης για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γάλλος πρόεδρος κάλεσε την κυβέρνηση της Ανγκελα Μέρκελ να ανοίξει ένα νέο ευρωπαϊκό κεφάλαιο «για περισσότερη και ισχυρότερη Ευρώπη» και να αφήσει πίσω τον φόβο για το κόστος, πολιτικό και οικονομικό, που μπορεί να έχει αυτό το εγχείρημα.
Ο Μακρόν χειροκροτήθηκε θερμά στην Μπούντεσταγκ, όπως και στη συνάντηση νέων από τη Γαλλία και τη Γερμανία που έγινε νωρίτερα, παρουσία του Γερμανού προέδρου Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ.
Πλην όμως, οι προτάσεις του για ενίσχυση της Ε.Ε. δεν έχουν την ίδια ακτινοβολία στη Γερμανία.
Στην κατ’ ιδίαν συνάντηση που είχαν Μέρκελ και Μακρόν, περιορίστηκαν σε προκαταρκτικές δηλώσεις γύρω από την ατζέντα των θεμάτων που απασχολούν την Ε.Ε., χωρίς να υπεισέλθουν στην ουσία των διαφωνιών τους.
Παρότι όμως και οι δύο προσπάθησαν να δείξουν ότι έχουν έλθει σε συμφωνία, αυτή προκαλεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που λύνει.
Οι υπουργοί Οικονομικών της Γερμανίας και της Γαλλίας, Ολαφ Σολτς και Μπρουνό Λεμέρ, αναμένεται να καταθέσουν σήμερα κοινή πρόταση για τον προϋπολογισμό της ευρωζώνης, η οποία όμως απέχει πολύ από το σχέδιο Μακρόν που είχε παρουσιαστεί στο Στρασβούργο.
Το κείμενο 75 σελίδων, σύμφωνα με το Βερολίνο, ορίζει ότι ο προϋπολογισμός της ευρωζώνης θα είναι μέρος του προϋπολογισμού της Ε.Ε., ύψους μόλις 0,2% του συνολικού ΑΕΠ της ευρωζώνης (περίπου 25 δισ. ευρώ σε βάθος πενταετίας), χωρίς ιδιαίτερες αναφορές στο κοινωνικό ταμείο ή το ταμείο για την ανεργία, που ο ίδιος ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών έλεγε ότι θέλει να προωθήσει με μία σειρά περιοριστικών προϋποθέσεων ως προς τη χρήση του.
Εκτός από το ταμείο για την ασφάλιση της ανεργίας το Βερολίνο έβαλε φρένο και στις προτάσεις για επίσπευση της τραπεζικής ένωσης και της επιβολής ψηφιακού φόρου, χαρακτηρίζοντας πρόωρη τη συζήτηση.
Ο ψηφιακός φόρος θα μπορούσε, σύμφωνα με τον Λεμέρ, να αποδίδει ετησίως 50 δισ. ευρώ, ενώ η διαδικασία της τραπεζικής ένωσης θα έδινε περιθώριο για εύσχημο συμβιβασμό της Ιταλίας με την Ε.Ε. και ανάσες σε όλες τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.
