Σε νέο κύκλο εσωστρέφειας μπαίνει το Βερολίνο, παρά τις αναταράξεις που προκαλούν στην Ε.Ε. το Brexit και η σύγκρουση της Ιταλίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ έβαλε στο συρτάρι οριστικά τις προτάσεις μεταρρυθμίσεων του Εμανουέλ Μακρόν, με εξαίρεση την ιδέα για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού στρατού και το σχέδιο ενίσχυσης του ESM.
Μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία της διαδοχής της Α. Μέρκελ στην ηγεσία του CDU, στο συνέδριο που θα γίνει στις 6 Δεκεμβρίου, η καγκελάριος έχει στραμμένη την προσοχή της στο εσωτερικό του κόμματός της και στις λεπτές ισορροπίες με τους κυβερνητικούς της εταίρους, τους Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας, που μπαίνουν και αυτοί σε διαδικασία διαδοχής μετά την προαναγγελία παραίτησης του Χορστ Ζεεχόφερ, και τους Σοσιαλδημοκράτες, που περιμένουν να δουν ποια θα είναι τα νέα πρόσωπα στο τιμόνι της Χριστιανικής Ενωσης.
Ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, Μπρουνό Λεμέρ, σε συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, κάλεσε τη Γερμανία να πάρει αποφάσεις για τη θωράκιση της ευρωζώνης τώρα και όχι σε λίγους μήνες.
Ο προϋπολογισμός της ευρωζώνης είναι ένα από τα μέτρα που θέλει να προωθήσει αμέσως η Γαλλία, στο τελευταίο προγραμματισμένο συμβούλιο του 2018 των υπουργών Οικονομικών, στις 4 Δεκεμβρίου.
Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας και αντικαγκελάριος Ολαφ Σολτς κρατάει ακόμα κλειστά τα χαρτιά του. Στο δεύτερο ζήτημα που έθεσε επιτακτικά ο Λεμέρ, του ψηφιακού φόρου ύψους 3% στις μεγάλες διαδικτυακές επιχειρήσεις, ο Ο. Σολτς απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι ένα τέτοιο μέτρο θα δημιουργούσε μεγάλο πρόβλημα στη Γερμανία. Βερολίνο μαζί με Ολλανδία, Ιρλανδία και Δανία απορρίπτουν την πρόταση της Γαλλίας, εκτιμώντας ότι θα χάσουν πολλές μεγάλες επιχειρήσεις του διαδικτύου και θα έχουν απώλειες εσόδων.
Επιπλέον αυτού, το Βερολίνο φοβάται ότι θα ακολουθήσουν αντίμετρα από τις ΗΠΑ. Η πρόταση του Ο. Σολτς είναι να παραπεμφθεί το θέμα στον ΟΟΣΑ και να επανεξεταστεί από την Ε.Ε. μετά το 2020.
Το θέμα της ψηφιακής οικονομίας απασχόλησε το υπουργικό συμβούλιο την περασμένη Πέμπτη, δίχως όμως να συζητηθεί το ζήτημα του ψηφιακού φόρου, καθώς και τα τρία κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού βλέπουν αρνητικά τη γαλλική πρόταση.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να επενδύσει 3 δισ. ευρώ στην ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας μέχρι το 2025, να διαμορφώσει ένα πιο ελκυστικό πλαίσιο για τις καινοτόμες επιχειρήσεις και να ενισχύσει την έρευνα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Η κίνηση αυτή εκτιμάται ότι μπορεί να αντισταθμίσει την πτώση του κύκλου εργασιών των αυτοκινητοβιομηχανιών και να δώσει ξανά θετικό πρόσημο στην πορεία της γερμανικής οικονομίας, που κινήθηκε αρνητικά το τρίτο τρίμηνο του 2018 (-0,2%), για πρώτη φορά από τις αρχές του 2015.
Ο κίνδυνος να κλιμακωθούν οι αναταράξεις στην Ε.Ε. με το Brexit και τη σύγκρουση της Ιταλίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκαλεί ανησυχία στο Βερολίνο, ωστόσο η Α. Μέρκελ δείχνει αδύναμη να αναλάβει πρωτοβουλίες και περιμένει την έκβαση των διαπραγματεύσεων και στα δύο μέτωπα.
Τα μηνύματα που έστειλε και προς τη Μ. Βρετανία και προς την Ιταλία, να σεβαστούν τους κανόνες της Ε.Ε., απευθύνονταν κυρίως προς τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες για το ενδεχόμενο να προκληθούν νέοι κλυδωνισμοί και μάλιστα στην τελική ευθεία για τις ευρωεκλογές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η καγκελάριος και οι κυβερνητικοί της εταίροι ανεβάζουν ξανά στην ευρωπαϊκή ατζέντα τα ζητήματα ασφάλειας, θέμα που έχει αναδειχθεί σε κυρίαρχο για τους Χριστιανοδημοκράτες στην κούρσα διαδοχής της Α. Μέρκελ.
Ενδεικτική της εσωκομματικής πίεσης που δέχεται η καγκελάριος ήταν η χθεσινή επίσκεψή της στην πόλη Κέμνιτς στη Σαξονία, όπου τον περασμένο Σεπτέμβριο είχαν ξεσπάσει άγρια επεισόδια ρατσιστικής βίας.
Από ομάδες της Ακροδεξιάς οργανώθηκαν διαδηλώσεις κατά της Α. Μέρκελ, ενώ από την άλλη η δήμαρχος της πόλης, Μπάρμπαρα Λούντβιχ, που προέρχεται από τις τάξεις του SPD, επέκρινε την καγκελάριο, λέγοντας ότι η επίσκεψη έγινε με μεγάλη καθυστέρηση.
