Ενός… κακού (Ερντογάν) μύρια έπονται. Κι έτσι, έπειτα από μία «σκοτεινή» απόπειρα πραξικοπήματος και μία πολύ μακρά κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ένα εξαιρετικά αμφιλεγόμενο συνταγματικό δημοψήφισμα για την εγκαθίδρυση ενός προεδρικού συστήματος α λα τούρκα, μία διαρκή κρίση -θεσμική, οικονομική και διπλωματική-, την πλήρη κατάλυση του κράτους δικαίου και ένα σερί εξίσου επίμαχων εκλογικών νικών του ισλαμοσυντηρητικού και νεοεθνικιστικού κατεστημένου, επήλθε μοιραία και το brain drain.
Το καταδεικνύουν πια τα τελευταία επίσημα στατιστικά στοιχεία. Ο αριθμός των Τούρκων που μόνο μέσα στο 2017 αποφάσισαν να ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους και να μεταναστεύσουν για «οικονομικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς» λόγους αυξήθηκε κατά 42,5% σε ετήσια βάση. Κοντολογίς, 253.640 εμιγκρέδες…
Εξ αυτών, το 57% προέρχεται από μεγάλες πόλεις (Κωνσταντινούπολη, Αγκυρα, Αττάλεια, Προύσα και Σμύρνη). Το δε 42% είναι ηλικίας 25-34 ετών: το παρόν και το μέλλον μαζί της χώρας και ίσως ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει η «γενιά του Γκεζί»: των μεγάλων, συλλογικών -αρχικά περιβαλλοντικών και μετέπειτα αντικυβερνητικών- διαδηλώσεων του 2013, που η τότε κυβέρνηση Ερντογάν τις έπνιξε, με άγρια καταστολή, στο αίμα.
«Είναι οι δημοκράτες, οι κοσμικοί, οι διανοούμενοι, πολλοί εργάτες δεξιοτήτων υψηλής ποιότητας και λαμπροί φοιτητές που εγκαταλείπουν την Τουρκία», υπογραμμίζει ο ειδησεογραφικός ιστότοπος Ahval. «Κι έτσι, η χώρα οδηγείται σε απώλεια πολύτιμου ανθρώπινου δυναμικού».
Αυτοί που φεύγουν

«Οσοι τότε κατέβηκαν -με διάφορα κίνητρα- στον δρόμο για να διαδηλώσουν στο Γκεζί, σήμερα φεύγουν από τη χώρα, γιατί δεν τους έχει απομείνει καμία δημοκρατική οδός για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους», εξηγεί στον ιστότοπο Al Monitor ο Σερτζάν Τσελεμπί, ιδρυτής της ΜΚΟ «Oy ve Ötesi»: μιας πρωτοβουλίας πολιτών εμπνευσμένης από το Γκεζί και επικεντρωμένης στην ακεραιότητα των εκλογών. «Κι αφού ο δρόμος δεν είναι πια μια εναλλακτική, το εξωτερικό έγινε “ο δρόμος”»…
«Μιλάμε για μία παραγωγική γενιά, που έχει πραγματικά εξοπλιστεί με την επιστήμη και την τεχνολογία και είναι ικανή να προετοιμάσει τη χώρα για ένα νέο μέλλον, προσδίδοντας προστιθέμενη αξία», σχολιάζει. Ωστόσο «έχουν πια απογοητευτεί τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την αντιπολίτευση».
Ενας από αυτούς είναι και ο 34χρονος Τζ. Κ., που προτιμά να κρατήσει την ανωνυμία του, αφηγούμενος την προσωπική του ιστορία στον επιφανή Τούρκο δημοσιογράφο Καντρί Γκιουρσέλ (πρώην αρθρογράφο της «Τζουμχουριέτ», ο οποίος καταδικάστηκε μαζί με άλλους συναδέλφους του τον περασμένο Απρίλιο για «στήριξη της τρομοκρατίας»).
«Κατά τις διαδηλώσεις του Γκεζί, ήμουν στον δρόμο σχεδόν κάθε βράδυ, από τη δεύτερη ημέρα των κινητοποιήσεων έως την τελευταία επέμβαση της αστυνομίας», λέει από την Πολωνία όπου μετανάστευσε προ 16μήνου και σήμερα εργάζεται ως σύμβουλος εκπαίδευσης.
Πριν φύγει από την Τουρκία, εξιστορεί, «οι ΜΚΟ στις οποίες εργαζόμουν έκλεισαν κι έπειτα είχα αναλάβει συντονιστής διεθνούς προγράμματος ενός πανεπιστημίου. Στον έναν χρόνο της θητείας μου, αυτό που μου ανέθεταν κυρίως ήταν να μεταφράζω στα αγγλικά άρθρα καθηγητών. Επίσης, με ρωτούσαν συνεχώς για τη θρησκεία. Το ότι δεν προσευχόμουν πέντε φορές την ημέρα είχε αρχίσει να μου δημιουργεί πρόβλημα. Ενιωσα ότι δεν θα είχα ποτέ μία καλύτερη ζωή λόγω του επαγγέλματός μου, όσο σκληρά κι αν εργαζόμουν. Πέραν αυτού, στενοί φίλοι μου είχαν ήδη αρχίσει να φεύγουν ένας ένας από τη χώρα».
Τον ίδιο δρόμο ετοιμάζεται να πάρει η 26χρονη κοινωνική επιχειρηματίας Ετζέ Αλτουνμαράλ. Εχοντας σπουδάσει οικονομικά στο Λονδίνο «επέστρεψα στην Κωνσταντινούπολη στις 31 Μαΐου του 2013», αφηγείται, «την πρώτη ημέρα των διαδηλώσεων στο Γκεζί. Ενιωσα τότε ότι συντελείται μία αλλαγή. Σήμερα, ωστόσο, δεν θεωρώ ότι έχει κάτι να μου προσφέρει η Τουρκία. Δεν πιστεύω ότι ο κόσμος που συναναστρέφομαι μπορεί να με πάει μπροστά. Γι’ αυτό φεύγω, για να είμαι ο εαυτός μου και να μεγαλώσω την επιχείρησή μου», λέει στον Γκιουρσέλ, καθώς πακετάρει τις βαλίτσες της με προορισμό και πάλι το Λονδίνο.
Αλλοι, όπως o Ιλκέρ Χεπκανέρ -που σήμερα κάνει διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης-, έχουν προ πολλού αποφασίσει ότι ο δρόμος της επιστροφής στα πάτρια δεν αποτελεί καν επιλογή. «Αποφάσισα ότι δεν θα επιστρέψω το 2016», λέει. «Η καταστολή στο Γκεζί ήταν ένας βασικός λόγος. Ακόμη και αυτοί που ψήφισα είναι σήμερα στη φυλακή. Είμαι ακαδημαϊκός και δεν θέλω μπελάδες με όσα γράφω. Ξέρω ότι δεν θα ζούσα τη ζωή που θέλω εάν επέστρεφα στην Τουρκία».
«Οι ιστορίες αυτών των νέων ανθρώπων», σχολιάζει ο Γκιουρσέλ, «είναι η περίληψη μιας Τουρκίας που γίνεται ολοένα και πιο εσωστρεφής και πιο φτωχή, με κάθε έννοια της λέξης, καθώς η πολιτική και η ιδεολογία έχουν αντικαταστήσει τα προσόντα με την αφοσίωση ως μέσο ανέλιξης, η μετριοκρατία έχει υπερισχύσει της αναζήτησης για δημιουργικότητα και ποιότητα και η ελευθερία της έκφρασης έχει οδυνηρά κατασταλεί».
«Και όσο οι συνέπειες της επιδεινούμενης οικονομίας θα γίνονται πιο αισθητές στο κόστος διαβίωσης και στην αγορά εργασίας», παρατηρεί ο διευθυντής της εταιρείας δημοσκοπήσεων Istanbul Economic Research, Τζαν Σελτζούκι, «τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κίνητρο των νέων εργαζόμενων για να φύγουν»…
Αυτοί που μένουν

Ηδη, έπειτα από έξι συναπτά τρίμηνα υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, η τουρκική οικονομία οδεύει με μαθηματική πλέον ακρίβεια προς τη στασιμότητα και τη συρρίκνωσή της.
«Το δείχνουν όλοι οι βασικοί δείκτες από τον Ιούλιο κι εντεύθεν», υπογραμμίζει ο Τούρκος οικονομολόγος και συγγραφέας Μουσταφά Σονμέζ.
Μπορεί η οικονομική δυσχέρεια να μην είχε ηχηρό πολιτικό αντίκτυπο στις κάλπες των βουλευτικών εκλογών του περασμένου Ιουνίου, όπου το AKP του Ερντογάν εξασφάλισε και πάλι την πρωτιά, παρατηρεί σε ανάλυσή του στο Al Monitor, «όμως η λαϊκή δυσαρέσκεια φουντώνει γρήγορα έκτοτε, εν μέσω ενός καλπάζοντος πληθωρισμού, πτωχεύσεων εταιρειών, της αδυναμίας αποπληρωμής δανείων και της αβεβαιότητας για το οικονομικό μέλλον της χώρας».
Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του Σεπτεμβρίου, εκτινάχθηκαν ο μεν ετήσιος πληθωρισμός στο 24,52% (ρεκόρ 15ετίας), ο δε πληθωρισμός τιμών παραγωγού στο 46%!
Μοιραία, και παρά τις διαβεβαιώσεις των εμπόρων ότι θα κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για περιορισμό των συνεπειών, το βάρος μετακυλίεται στις πλάτες των καταναλωτών. Ηδη πάντως για τους μισθωτούς -το 70% του εγχώριου εργατικού δυναμικού- αποδεικνύεται δυσβάστακτο.
Από τα συνολικά 19 εκατομμύρια που αριθμούν, μόνον τα 3 εκατομμύρια των δημοσίων υπαλλήλων διαθέτουν κάποιου είδους «μαξιλάρι» αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (μαζί με τα περίπου 10 εκατομμύρια συνταξιούχους). Οσο για τους υπόλοιπους 16 εκατομμύρια μισθωτούς, εν προκειμένω στον ιδιωτικό τομέα, μένουν στον αέρα -πέρα ίσως από το μόλις 1 εκατομμύριο εξ αυτών, που είναι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Στο μεσοδιάστημα, το 60% των μισθωτών αμείβονται με τον κατώτατο -το πολύ 1.600 τουρκικές λίρες μηνιαίως (κάτι περισσότερο από 230 ευρώ), την ώρα που ο μέσος όρος ενοικίου αγγίζει τις 1.000 λίρες, συμπεριλαμβανομένων σχετικών εισφορών.
Τη ζοφερή εικόνα συμπληρώνει το φάσμα της ανεργίας. Ο ρυθμός ανάπτυξης φθίνει τάχιστα στον κατασκευαστικό τομέα, στην αγροτική παραγωγή, στον τουρισμό και στην παροχή υπηρεσιών, όπου απασχολούνται κυρίως χαμηλόμισθοι, επισημαίνει ο Σονμέζ. «Ο μεγάλος φόβος είναι για το τέταρτο τρίμηνο του έτους», υπογραμμίζει, «οπότε αναμένονται μεγαλύτερη συρρίκνωση και απολύσεις».
Και σαν κερασάκι στην τούρτα είναι και τα «κόκκινα» δάνεια: υπενθύμιση της «χρυσής» -και όχι μακρινής- εποχής που οι τουρκικές τράπεζες μπορούσαν να δανείζονται φθηνά από το εξωτερικό και έδιναν αθρόα πίστωση στους καταναλωτές, κυρίως υπό τη μορφή πιστωτικών καρτών και καταναλωτικών δανείων.
Το αποτέλεσμα σήμερα είναι: υπερχρεωμένα τουρκικά νοικοκυριά, με αδυναμία αποπληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών τους. Σύμφωνα με στοιχεία της Ενωσης Τουρκικών Τραπεζών, η επιβάρυνση των νοικοκυριών ανέρχεται συνολικά σε 567 δισ. τουρκικές λίρες (κοντά στα 81,5 δισ. ευρώ).
Τα 244 δισ. λιρών συνδέονται με δάνεια για την απόκτηση Ι.Χ. ή ακινήτου. Τα υπόλοιπα 323 δισ. αφορούν χρέη από πιστωτικές κάρτες και προσωπικά δάνεια, παραδοσιακή πελατεία των οποίων ήταν τα πιο χαμηλά βαλάντια…
«Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι ήδη κοντά στο 6% και οι δικαστικές προσφυγές πληθαίνουν», υπογραμμίζει ο Σονμέζ. «Τόσο για τους οφειλέτες όσο και για τις τράπεζες, το πρόβλημα αποπληρωμής κάνει ορατή την προοπτική κατασχέσεων, που σημαίνει ότι πολλοί μπορεί να χάσουν αυτοκίνητα και σπίτια».
Στο κάδρο, παρατηρεί, «είναι ομάδες που αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων του AKP. Είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πόσο θα διαρκέσει η πίστη τους στο κυβερνών κόμμα ή η υπομονή τους.
Οι δημοτικές εκλογές του Μαρτίου του 2019 πλησιάζουν εν τω μεταξύ» και τίθεται το βασικό ερώτημα, που πιθανόν να ταλανίζει και το μυαλό των ξενιτεμένων του Γκεζί: αυτή τη φορά, τουλάχιστον, «θα τιμωρήσουν άραγε το AKP στην κάλπη;».
