Νέα πτώση σημείωσε χτες η ισοτιμία της τουρκικής λίρας στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος, φτάνοντας το απόγευμα ακόμη και τις 6,16 λίρες ανά δολάριο, μετά τη ρητή άρνηση του Αμερικανού προέδρου Τραμπ να προχωρήσει σε οποιαδήποτε παραχώρηση προς την τουρκική πλευρά ως αντάλλαγμα για την πιθανή απελευθέρωση του Αμερικανού πάστορα Αντριου Μπράνσον.
Σε συνέντευξη που έδωσε στο πρακτορείο Reuters, ο Τραμπ δήλωσε επί της ουσίας ότι ο Ταγίπ Ερντογάν τον… κορόιδεψε! Οπως είπε ο Αμερικανός πρόεδρος, είχε θεωρήσει δεδομένο πως ο Τούρκος ομόλογός του θα απελευθέρωνε τον ευαγγελικό πάστορα «και άλλους Αμερικανούς υπηκόους», μετά την επιτυχή μεσολάβηση των ΗΠΑ και του ίδιου προσωπικά για να πειστεί το Ισραήλ να απελευθερώσει μια κρατούμενη εκεί Τουρκάλα υπήκοο, την Εμπρού Οζκάν, που όντως απελάθηκε στις 15 Ιουλίου.
Πράγματι, οι δύο ηγέτες είχαν συναντηθεί στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες στα μέσα Ιουλίου και συζήτησαν την υπόθεση του Μπράνσον και το τι θα μπορούσε να γίνει για να απελευθερωθεί ο πάστορας – αλλά προφανώς έφυγαν από τη σύνοδο έχοντας καταλάβει διαφορετικά πράγματα…
«Εβγαλα αυτό το πρόσωπο έξω (από τη φυλακή). Ανέμενα από εκείνον (σ.σ. τον Ερντογάν) ότι θα άφηνε αυτόν τον αθώο και θαυμάσιο άνθρωπο και θαυμάσιο πατέρα και θαυμάσιο Χριστιανό… Νομίζω ότι είναι πολύ λυπηρό αυτό που κάνει η Τουρκία. Νομίζω ότι [οι Τούρκοι κυβερνώντες] κάνουν ένα τρομερό λάθος. Δεν θα υπάρξουν παραχωρήσεις», είπε ξεκάθαρα ο… απατημένος Τραμπ.
«Συμπαθώ την Τουρκία. Συμπαθώ πάρα πολύ τον τουρκικό λαό. Μέχρι τώρα είχα πολύ καλή σχέση, όπως γνωρίζετε, με τον πρόεδρο. Τα πηγαίναμε πολύ καλά. Είχα μια πολύ καλή σχέση. Αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι μονόδρομος. Δεν είναι πλέον μονόδρομος για τις ΗΠΑ», είπε ο Τραμπ.
Και πρόσθεσε, με το γνωστό του ύφος, πως δεν ανησυχεί μήπως η σκληρή στάση του πλήξει τελικά τις οικονομίες της Ευρώπης και των αναδυόμενων αγορών: «Δεν με νοιάζει. Δεν με νοιάζει. Αυτό ήταν το σωστό πράγμα που έπρεπε να γίνει», είπε ο Αμερικανός πρόεδρος.
Παρασκήνιο
Να σημειωθεί εδώ ότι η προεδρική συνέντευξη κυκλοφόρησε λίγες ώρες μετά την αποκάλυψη της Washington Post ότι ο Τραμπ απέρριψε την παρασκηνιακή πρόταση Ερντογάν για «ανταλλαγή» του Μπράνσον και άλλων κρατουμένων με τη διακοπή των νομικών διαδικασιών εναντίον της τουρκικής τράπεζας Halkbank, στην οποία ενδέχεται να επιβληθούν τεράστια πρόστιμα, καθώς οι ΗΠΑ θεωρούν ότι βοήθησε το Ιράν να παρακάμψει τις αμερικανικές κυρώσεις.
Ο πρώην αναπληρωτής γενικός διευθυντής της τράπεζας αυτής, Μεχμέτ Χακάν Ατίλα, έχει ήδη καταδικαστεί από αμερικανικό δικαστήριο σε φυλάκιση 32 μηνών για τραπεζική απάτη και συνωμοσία, σε μια υπόθεση που αφορά «ξέπλυμα» δισεκατομμυρίων του Ταγίπ Ερντογάν.
Μπορεί πάντως ο Τραμπ να μη δίνει… σέντσι για τη φωτιά που έχει ανάψει στις άλλες οικονομίες με τις κυρώσεις του, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τη Γερμανία, που δείχνει τα τελευταία 24ωρα να ανησυχεί σφόδρα για το τουρκικό μέλλον – σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε να μοιάζει διατεθειμένη να ξεχάσει τις κόντρες με τον Ερντογάν για τις παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την ελευθεροτυπία και άλλα τέτοια μικροπράγματα…
Μετά την Αντρεα Νάλες, την αρχηγό του συγκυβερνώντος SPD, που άνοιξε τον χορό ζητώντας την παροχή βοήθειας προς την Αγκυρα, χτες ήταν η σειρά του επίσης Σοσιαλδημοκράτη, πρώην υπουργού Εξωτερικών Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, ο οποίος –μιλώντας στη γαλλική Le Figaro– είπε πως «για το δικό μας συμφέρον, πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να κρατήσουμε την Τουρκία στη Δύση… Αλλιώς φοβάμαι πως, αργά ή γρήγορα, οι εθνικιστικές δυνάμεις στην Τουρκία, όπως και στο Ιράν ή τη Βόρεια Κορέα, θα αναζητήσουν πυρηνικά όπλα ώστε να παραμείνουν απρόσβλητες», προσθέτοντας ότι η Τουρκία «ήδη παρεκκλίνει προς άλλες συμμαχίες».
Αντίθετα, το CDU της Μέρκελ βάζει όρους: «Αν ο Ερντογάν δεν αλλάξει στάση, η όποια στήριξη δεν θα έχει καμία οικονομική σημασία, θα είναι πεταμένα χρήματα», δήλωσε ο υπεύθυνος για την εξωτερική πολιτική του κόμματος, Γιούργκεν Χαρντ. Και ο υπεύθυνος για τον προϋπολογισμό της Ε.Ε. επίτροπος, ο Γκίντερ Ετινγκερ, απέρριψε την ιδέα να βοηθήσει η Γερμανία την Τουρκία να υπερβεί τα οικονομικά προβλήματά της, υποστηρίζοντας ότι αυτό είναι ευθύνη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, γράφει η ιστοσελίδα Politico. «Δεν είναι δουλειά της Γερμανίας, είναι η δουλειά -εάν προκύψει- του ΔΝΤ»…
Το βέβαιο είναι πως σε ένα μήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου, θα συναντηθούν στο Βερολίνο οι υπουργοί Οικονομικών της Γερμανίας και της Τουρκίας για να προετοιμάσουν το έδαφος για τη βαρυσήμαντη, για ευνόητους λόγους, επίσκεψη του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Γερμανία μία εβδομάδα αργότερα.
Αν συνεχιστεί η πτώση του τουρκικού νομίσματος, ίσως η Μέρκελ επιλέξει να στηρίξει και πρακτικά την Τουρκία. Και οι λόγοι δεν είναι μόνον οικονομικοί: η Τουρκία, ως γνωστόν, έχει δώσει καταφύγιο και ως εκ τούτου «συγκρατεί», μετά και τη γνωστή συμφωνία, τριάμισι εκατομμύρια πρόσφυγες από τη Συρία, και τώρα επικαλείται (και εμμέσως απειλεί την Ευρώπη με) την πιθανότητα ενός νέου μεγάλου προσφυγικού κύματος από την ανταρτοκρατούμενη επαρχία Ιντλίμπ, εάν η τελευταία δεχτεί επίθεση από τις κυβερνητικές δυνάμεις και τους Ρώσους και Ιρανούς συμμάχους τους.
