ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Αγρολάμπος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παραπάνω από τρεις ώρες κράτησε η συνάντηση εργασίας που είχαν το Σάββατο κοντά στο Βερολίνο η καγκελάριος της Γερμανίας Ανγκελα Μέρκελ και ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν.

Στις σύντομες δηλώσεις τους πριν από την έναρξη της συνάντησης και οι δύο αναφέρθηκαν στην ανάγκη ενίσχυσης της συνεργασίας τους, σε ένα πλαίσιο πολιτικού ρεαλισμού.

«Το γεγονός ότι υπάρχουν τόσο πολλές και σοβαρές εστίες κρίσης στον κόσμο, υπογραμμίζει την ανάγκη να βρεθούν λύσεις. Φέρουμε ευθύνη, τόσο η Γερμανία όσο και η Ρωσία η οποία είναι και μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ», τόνισε η Μέρκελ.

Στην κορυφή του γερμανικού ενδιαφέροντος είναι η Συρία, η Ουκρανία, η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και η οικονομική κρίση στην Τουρκία.

Παράλληλα με τα διεθνή θέματα ανοιχτό είναι στο τραπέζι και το θέμα της διμερούς συνεργασίας στον ενεργειακό τομέα με την κατασκευή του Nord Stream 2. Στα δύο πρώτα θέματα η γερμανική διπλωματία κινείται κοντά τις θέσεις των ΗΠΑ, αλλά στα υπόλοιπα είναι σε διάσταση και κινείται πλησιέστερα προς τις θέσεις της Ρωσίας.

Για τον πόλεμο στη Συρία η Μέρκελ αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην περίπτωση της περιοχής Ιντλίμπ, επισημαίνοντας ότι θα πρέπει να αποφευχθεί μια ανθρωπιστική καταστροφή και πρόσθεσε την ανάγκη συνεργασίας «υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, μέρος της οποίας πρέπει να είναι και η συμφωνία για μια συνταγματική μεταρρύθμιση και εκλογές στη χώρα».

Για την Ουκρανία η καγκελάριος επίσης προχώρησε σε σαφείς προτάσεις, να εγκριθεί από τον ΟΗΕ η αποστολή κυανοκράνων στις ανατολικές επαρχίες για την τήρηση της ειρηνευτικής διαδικασίας και η Γερμανία από κοινού με τη Γαλλία να διαδραματίσουν ενεργό διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας.

Από την πλευρά του ο Πούτιν έθεσε για τη Συρία θέμα οικονομικής συμμετοχής της Ε.Ε. για την ανασυγκρότηση της χώρας και την επιστροφή των προσφύγων από τις γειτονικές χώρες. «Πρέπει να δοθεί βοήθεια στις περιοχές της Συρίας όπου θα μπορούσαν να επιστρέψουν οι πρόσφυγες από το εξωτερικό.

Οι πρόσφυγες αυτοί δεν βρίσκονται μόνο στην Ευρώπη, αλλά εκατομμύρια Σύροι βρίσκονται και στις γειτονικές χώρες, στην Ιορδανία, στο Λίβανο και στην Τουρκία», είπε. Και συνέχισε λέγοντας ότι «το προσφυγικό είναι ενδεχομένως ένα μεγάλο βάρος για την Ευρώπη, αλλά για την επιστροφή των προσφύγων από τις γειτονικές χώρες τα πράγματα είναι απλά, θα πρέπει να αποκατασταθεί η παροχή νερού και να συγκροτηθούν οι ιατρικές υπηρεσίες».

Η απόσταση ανάμεσα στη Μέρκελ και στον Πούτιν για τη Συρία παραμένει μεγάλη καθώς η Γερμανία θέλει να ξεκαθαριστεί η διαδικασία πολιτικής μετάβασης της χώρας, ενώ η Ρωσία στηρίζει το καθεστώς Ασαντ.

Παράλληλα η Ρωσία με το Ιράν και την Τουρκία έχουν αποκτήσει τον έλεγχο στο πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αποδυναμώνοντας τις βλέψεις της Γερμανίας να διαδραματίσει αυξημένο ρόλο στην περιοχή σε συνεργασία πάντα με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία.

Και στο θέμα της Ουκρανίας η απόσταση δεν έχει περιοριστεί καθώς παραμένει ασαφής ο ρόλος της χώρας στη μεταφορά φυσικού αερίου από τη Ρωσία στην Ε.Ε.

Δεν επιθυμεί κλιμάκωση

Για την οικονομική κατάσταση στην Τουρκία οι δύο ηγέτες απέφυγαν να κάνουν ευθεία αναφορά στις δημόσιες δηλώσεις τους. Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Ολ. Σολτς, ο οποίος συνομίλησε τηλεφωνικά με τον Τούρκο ομόλογό του Μ. Αλμπαϊράκ, του συνέστησε, σύμφωνα με το Spiegel Online, να καταφύγει στο ΔΝΤ.

Η γερμανική κυβέρνηση θέλει να αποφευχθεί η κλιμάκωση της κρίσης, από την άλλη όμως δεν επιθυμεί και να εμπλακεί στη σύγκρουση Ερντογάν-Τραμπ. Και ο Πούτιν δεν άνοιξε τα χαρτιά του εάν μπορεί να παράσχει άμεση οικονομική βοήθεια προς την Αγκυρα.

Ως προς το θέμα των διμερών οικονομικών σχέσεων με τη Γερμανία, ο πρόεδρος της Ρωσίας έκανε αναφορά στις γερμανικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη χώρα του, περισσότερες από 5.000, με κύκλο εργασιών περίπου 50 δισ. δολάρια ετησίως και στις επενδύσεις ύψους 18 δισ. δολαρίων το 2017.

Και οι δύο πλευρές έχουν ανάγκη από τη διατήρηση της οικονομικής συνεργασίας σε υψηλά επίπεδα, παρά τις διαφορές τους στις ανοιχτές κρίσεις.