Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο έλεος του καύσωνα η Ιβηρική, με την Ισπανία να μετρά ήδη τα πρώτα θύματα απ’ τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες που αναμένεται να κορυφωθούν μέσα στο Σαββατοκύριακο. Στην Πορτογαλία επίσης η πρόγνωση είναι πολύ κοντά στο ιστορικό ρεκόρ, με τους μετεωρολόγους να προειδοποιούν και για αφρικανική σκόνη που θα κάνει την ατμόσφαιρα πιο αποπνικτική.

Όπως έγινε γνωστό σήμερα ένας 40χρονος εργάτης νιγηριανής καταγωγής, ο οποίος εργαζόταν την Τρίτη σε εργοτάξιο αυτοκινητοδρόμου κοντά στη Μούρθια, και ένας 78χρονος συνταξιούχος που φρόντιζε το περιβόλι του στη Μούρθια και άφησε την τελευταία του πνοή χθες στο νοσοκομείο, είναι τα πρώτα θύματα του καύσωνα.

Νεκροτομή που έγινε χθες στον 40χρονο «επιβεβαίωσε πως πέθανε από θερμοπληξία, αν και διαπιστώθηκε μια προϋπάρχουσα παθολογία υπέρτασης η οποία μπορεί να συνέβαλε στον θάνατό του», επιβεβαίωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο μια εκπρόσωπος του νοσοκομείου Βασίλισσα Σοφία της Μούρθια.

Σύμφωνα με νοσοκομειακή πηγή, η υπόθεση του θανάτου λόγω θερμοπληξίας του 78χρονου συνταξιούχου δεν έχει επιβεβαιωθεί, καθώς δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμη νεκροτομή.

Η σημερινή ημέρα αναμένεται ότι θα είναι μια από τις πιο ζεστές του καλοκαιριού στην Ισπανία, με θερμοκρασίες που μπορεί να φθάσουν τους 40 βαθμούς στη Μαδρίτη, τους 42 στη Σεβίλλη στην Ανδαλουσία (νότια), τους 43 στην Κάθερες και τους 44 στην Μπανταχόθ στην Εξτρεμαδούρα (νοτιοδυτική Ισπανία), σύμφωνα με τη μετεωρολογική υπηρεσία.

Ακόμη χειρότερη η κατάσταση στην Πορτογαλία, όπου η μετεωρολογική υπηρεσία ανακοίνωσε ότι οκτώ μέρη στα κεντρικά, νότια και ανατολικά της χώρας, έσπασαν τα ρεκόρ θερμοκρασίας.

Σύμφωνα με την υπηρεσία IPMA χθες, Πέμπτη, η υψηλότερη θερμοκρασία καταγράφηκε κοντά στην Αμπράντ (μια πόλη στην κεντρική Πορτογαλία, περίπου 150 χλμ νοτιοανατολικά της πρωτεύουσας Λισαβόνας) όπου το θερμόμετρο έφτασε τους 45,2 βαθμούς Κελσίου.

Η πρόγνωση για σήμερα, Παρασκευή, είναι ότι ο υδράργυρος θα κινηθεί περαιτέρω ανοδικά, περίπου στους 45 βαθμούς Κελσίου, και το κύμα καύσωνα θα κορυφωθεί αύριο, Σάββατο, φτάνοντας κατά τόπους τους 47 βαθμούς Κελσίου. Πρόκειται για θερμοκρασία πολύ κοντά στο ιστορικό ρεκόρ της χώρας που σημειώθηκε το 2003 όταν το θερμόμετρο άγγιξε τους 47,4 βαθμούς Κελσίου.

Οι μετεωρολόγοι επισημαίνουν ότι οι θερμοκρασίες κυμαίνονται σε τόσο υψηλά επίπεδα λόγω μιας θερμής αέριας μάζας απ’ την Αφρική που κινείται προς τα βόρεια και αναμένεται να μεταφέρει και αφρικανική σκόνη.

Η Πολιτική Προστασία έχει εκδώσει κόκκινο συναγερμό, θέτοντας σε επιφυλακή επιπλέον ιατρικό προσωπικό και πυροσβέστες μέχρι την Κυριακή.

«O κόσμος χάνει τον πόλεμο ενάντια στην κλιματική αλλαγή»

Υπ’ αυτές τις συνθήκες είναι ολοένα και πιο φανερό αυτό το οποίο επισημαίνουν οι επιστήμονες για την κλιματική αλλαγή. Είναι παρούσα και τα αποτελέσματά της είναι πιο ορατά από ποτέ, αφού σφοδροί καύσωνες, πυρκαγιές αλλά και πλημμύρες σημειώνονται όλο και πιο συχνά.

Χαρακτηριστικό είναι το σημερινό κύριο άρθρο του Economist με τίτλο «ο κόσμος χάνει τον πόλεμο ενάντια στην κλιματική αλλαγή».

Η Γη «ψήνεται» και παντού στο βόρειο ημισφαίριο οι φλόγες κατακαίνε μεγάλες εκτάσεις, με πιο ενδεικτικές περιπτώσεις τις φονικές πυρκαγιές γύρω από την Αθήνα και στην Καλιφόρνια, καθώς και το ακόμη πιο φονικό κύμα καύσωνα στην Ιαπωνία, γράφει.

Όπως αναφέρει, αυτό που κάποτε ήταν μια εξαίρεση, σήμερα είναι πια κοινός τόπος. Υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τους επιστήμονες, καθώς ο πλανήτης μας ανεβάζει θερμοκρασία (σήμερα είναι περίπου ένα βαθμό Κελσίου υψηλότερη σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα), ο καιρός αναμένεται να «τρελαθεί» ακόμη πιο πολύ. Παραπέμπει και σε μια επιστημονική μελέτη, σύμφωνα με την οποία, αν δεν υπήρχε η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή, το φετινό καυτό καλοκαίρι στην Ευρώπη πιθανότατα δεν θα είχε καν υπάρξει.

Επιπλέον, σημειώνει ότι τρία χρόνια μετά τις δεσμεύσεις των χωρών στο Παρίσι πως θα κρατήσουν την άνοδο της θερμοκρασίας «αρκετά κάτω» από τους δύο βαθμούς σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, οι εκπομπές «αερίων του θερμοκηπίου» αυξάνονται ξανά. Το ίδιο και οι ρυπογόνες επενδύσεις στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο, ενώ το 2017, για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια, αυξήθηκε η ζήτηση για τον «βρώμικο» άνθρακα (στον οποίο περιλαμβάνεται και ο λιγνίτης).

Από την άλλη, σε πολλές χώρες οι επιδοτήσεις για νέες επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ηλιακή, αιολική κ.α.) μειώνονται αντί να αυξάνουν, με αποτέλεσμα ο τομέας της «πράσινης» ενέργειας να εμφανίζει μάλλον στασιμότητα, ενώ η -σύμμαχος κατά της κλιματικής αλλαγής- «καθαρή» πυρηνική ενέργεια είναι τόσο ακριβή όσο και αντιδημοφιλής διεθνώς.

Ο Economist προειδοποιεί ότι δυστυχώς μάλλον δεν πρόκειται για ένα προσωρινό πισωγύρισμα και ότι ίσως η ανθρωπότητα θα πρέπει πλέον να δει καθαρά τη δυσάρεστη αλήθεια: χάνει τον πόλεμο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει καλοδεχούμενη πρόοδος, καθώς οι «πράσινες» ενεργειακές τεχνολογίες γίνονται φθηνότερες, αποδοτικότερες και ευκολότερες στην πρόσβαση (υπάρχουν μάλιστα χώρες όπου οι ανανεώσιμες ενέργειες κοστίζουν λιγότερο και από τον άνθρακα). Επίσης ενθαρρυντική είναι η συνεχής εξάπλωση των ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων.

Θετικό ακόμη είναι ότι η κοινή γνώμη ευαισθητοποιείται ολοένα περισσότερο. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση σε 38 χώρες βρήκε ότι έξι στους δέκα άνθρωποι (το 61%) θεωρούν την κλιματική αλλαγή σοβαρή απειλή. Μόνο ο ISIS θεωρείται μεγαλύτερος κίνδυνος. Στις ΗΠΑ, παρά την αντιδραστική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ σε αυτό το θέμα, αρκετές πόλεις και πολιτείες παίρνουν μέτρα ενάντια την κλιματική αλλαγή. Σε χώρες «πνιγμένες» από τον άνθρακα, όπως η Κίνα και η Ινδία, αρκετοί πολίτες ασκούν πιέσεις στις κυβερνήσεις τους.

Οι αισιόδοξοι θεωρούν ότι η απαλλαγή από τον άνθρακα είναι εφικτή, αλλά στην πράξη, τονίζει ο «Εκόνομιστ», «αποδεικνύεται τρομερά δύσκολη». Η πιο βασική αιτία είναι η μεγάλη αύξηση της ζήτησης ενέργειας ιδίως από την Ασία, καθώς η κινεζική και οι άλλες ασιατικές οικονομίες αναπτύσσονται ταχύτατα. Η παγκόσμια χρήση άνθρακα, του πιο ρυπογόνου ορυκτού καυσίμου, εμφάνισε μέση ετήσια αύξηση 3,1% κατά τη δεκαετία 2006-2016, έναντι 2,9% του πετρελαίου και 5,2% του -συγκριτικά πιο καθαρού- φυσικού αερίου.

Η δεύτερη αιτία είναι η οικονομική και πολιτική αδράνεια, η τάση να ακολουθεί κανείς την πεπατημένη. Πρόκειται για ένα είδος εθισμού: όσο περισσότερα ορυκτά καύσιμα καταναλώνει μια χώρα, τόσο πιο δύσκολο είναι να απαλλαγεί από αυτά. Ισχυρά επιχειρηματικά και άλλα λόμπι, καθώς και οι ψηφοφόροι που τα υποστηρίζουν λόγω συμφέροντος, παίζουν καθοριστικό ρόλο στην «οχύρωση» του άνθρακα στο ενεργειακό μίγμα κάθε χώρας. Για να αλλάξουν τα πράγματα, θα χρειασθούν αρκετά χρόνια.

Η τρίτη μεγάλη δυσκολία είναι τεχνικο-οικονομικής φύσης. Δεν είναι καθόλου εύκολο για τις μεγάλες βιομηχανίες χάλυβα, τσιμέντου, μεταφορών κ.ά. να λειτουργήσουν με μαζική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, που δεν θα βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα. Υπάρχουν εναλλακτικές τεχνολογίες (π.χ. παραγωγή χάλυβα με μηδενική κατανάλωση άνθρακα ή ακόμη και με αρνητική, που απορροφά δηλαδή περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα από όσο εκπέμπει στην ατμόσφαιρα), όμως η ευρεία εφαρμογή τους δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση.