Μπροστά στο ενδεχόμενο ανταρσίας μέσα στη Βουλή βρίσκεται η Τερέζα Μέι, μετά την πρότασή της για ένα πιο ήπιο Brexit, το οποίο θα περιλαμβάνει μια συμφωνία με την Ε.Ε. στην οποία η Βρετανία θα μετέχει στην κοινή αγορά της Ένωσης, σεβόμενη τους ευρωπαϊκούς κανόνες εμπορίου. Οι υπέρμαχοι του «σκληρού Brexit» φοβούνται ότι αυτό θα εμποδίσει τη Βρετανία να κάνει διμερείς εμπορικές συμφωνίες.
Η Τερέζα Μέι, έπειτα από σκληρές εσωκομματικές διαπραγματεύσεις, πέτυχε να συμφωνήσει το υπουργικό συμβούλιο στη δημιουργία μια κοινής ζώνης εμπόριο μεταξύ Ε.Ε. και Βρετανίας, στην οποία η Βρετανία θα υποχρεούται να συμβαδίζει με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές σε προϊόντα και αγαθά. Το κείμενο αυτό θα υποβληθεί στις Βρυξέλλες ως πρόταση της Βρετανίας για το Brexit.
Ωστόσο, οι υποστηρικτές της εξόδου από την Ε.Ε. ακόμη και χωρίς συμφωνία διαφωνούν και υποστηρίζουν ότι αυτό θα θέσει τη Βρετανία υπό τον έλεγχο της Ε.Ε., αναγκάζοντάς την να δέχεται εντολές και κανόνες που δεν τη συμφέρουν.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της ομάδας των υποστηρικτών της εξόδου, Τζέικομπ Ρις-Μογκ, η ιδέα αυτή είναι τουλάχιστον «ηλίθια», διότι θα απαιτεί «νομοθεσία, η οποία κατά μεγάλη πιθανότητα θα τιμωρεί τη Βρετανία για την απόφασή της να φύγει από την Ε.Ε., στην οποία θα είμαστε δέσμιοι της Ε.Ε. και θα έχουμε φύγει μόνο στα λόγια».
Επομένως, είπε, δεν θα υπερψηφίσει την πρόταση.
Ο Άντρια Τζένκινς, της ίδιας ομάδας, είπε ότι «οι κόκκινες γραμμές» που είχε θέσει το κόμμα «έχουν γίνει ροζ».
Τόνισε δε ότι αυτή η συμφωνία, της συμμόρφωσης με τους κανόνες της Ε.Ε. «είναι πολύ χειρότερη από καθόλου συμφωνία».
«Είναι όπως τα αυγά: ένα αυγό είτε είναι μελάτο είτε δεν είναι καθόλου βρασμένο. Με ένα ήπιο Brexit, θα μας επιβάλλονται μόνο κανόνες. Δεν ψηφίσαμε αυτό, ούτε είναι αυτό που μας υποσχέθηκε η πρωθυπουργός».
Ακόμη βέβαια δεν είναι σαφές πόσοι βουλευτές και μέλη του κόμματος των Συντηρητικών αντιδρούν στο ήπιο Brexit που φαίνεται να προωθεί η Τερέζα Μέι, ωστόσο οι μετριοπαθείς Τόρις το υποστηρίζουν.
Μεταξύ αυτών, η βουλευτής Χάιντι Άλεν, που δήλωσε ικανοποιημένη γιατί η πρωθυπουργός «εξασφάλισε τη συναίνεση του υπουργικού συμβουλίου για να ένα λογικό, ήπιο Brexit».
Επίσης, το συμμαχικό κόμμα της Δημοκρατικής Ένωσης, που στηρίζει την κυβέρνηση της Μέι ανακοίνωσε μέσω του κοινοβουλευτικού του εκπροσώπου ότι «θα ζητήσει ενημέρωση από τους υπουργούς για τις λεπτομέρειες».
Πάντως και μέσα στο υπουργικό συμβούλιο υπάρχουν αυτοί που μεν δέχτηκαν την πρόταση, αλλά δεν είναι απόλυτα σύμφωνοι.
Ο υπουργός Μεταφορών, Κρις Γκρέιλινγκ, είπε ότι η πρόταση της Τερέζα Μέι μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε μελλοντική διμερή εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ.
«Δεν κάναμε εκστρατεία να φύγουμε από την Ε.Ε. για να φτάχνουμε αυτοκίνητα με διαφορετικές προδιαγραφές από αυτές της Γαλλίας», είπε. «Αυτό σημαίνει ότι θα πουλάμε ακριβώς τα ίδια προϊόντα σε όλη την Ευρώπη, όπως κάνουμε και σήμερα. Άλλωστε κανείς δεν φτιάχνει προϊόντα εξειδικευμένα για συγκεκριμένες αγορές».
Οι αντιδρώντες ανησυχούν, καθώς τα στάνταρντ ποιότητας προϊόντων είναι αρκετά διαφορετικά στις ΗΠΑ σε σχέση με την Ε.Ε., κυρίως σε τρόφιμα, αλλά και σε άλλες κατηγορίες προϊόντων και μελλοντικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ θα προκαλέσουν προβλήματα στις βρετανικές επιχειρήσεις, που θα πρέπει να προσαρμοστούν.
Από την πλευρά της η Ε.Ε. βλέπει με καλό μάτι την πρόταση της Βρετανίδας πρωθυπυργού.
Ο Ευρωπαίος διαπραγματευτής, Μισέλ Μπαρνιέ, δήωσε ότι αναμένει «με ανυπομονησία την πρόταση» της Τερέζα Μέι να φτάσει στις Βρυξέλλες. «Θα εξετάσουμε τις προτάσεις ώστε να δούμε αν είναι ρεαλιστικές και μπορούν να εφαρμοστούν», συμπλήρωσε.
Αντιδράσεις στη Βρετανία υπάρχουν και στο λαϊκιστικό ευρωσκεπτικιστικό Ukip, με τον πρώην ηγέτη του, Νάιτζελ Φάρατζ να μιλάει για «ξεπούλημα», ενώ ο σκιώδης υπουργός του Εργατικού Κόμματος για θέματα Brexit, Κιρ Στάρμερ, μίλησε για «φάρσα, αφού χρειάστηκαν δύο χρόνια για να καταλήξει το υπουργικό συμβούλιο σε μια θέση για τις σχέσεις μας με την Ε.Ε.».
Αποπομπές;
Η Τερέζα Μέι έχει προειδοποιήσει τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου με αποπομπή, αν δεν τηρήσουν τη συμφωνία πάνω στο κείμενο των προτάσεων στο οποίο όπως είπε όλοι συνέβαλαν.
«Καθώς αναπτύσσαμε την πολιτική μας για το Brexit, οι συνάδελφοι είχαν την ευκαιρία να εκφράσουν τις απόψεις τους. Πήραμε μια απόφαση. Πλέον η ευθύνη είναι συλλογική».
