Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ματέο Ρέντσι δεν κάνει πίσω, παρά τις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει σε όλη την ιταλική πολιτική σκηνή. Ο κύριος στόχος του αυτή τη στιγμή είναι η έγκριση της μεταρρύθμισης της Γερουσίας, με αυστηρή μείωση των αρμοδιοτήτων του σώματος και του αριθμού των εκλεγμένων γερουσιαστών. Στο τέλος της προηγούμενης εβδομάδας η συνεδρίαση διακόπηκε επανειλημμένα λόγω διαμαρτυριών του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, αλλά και χειροδικίας ανάμεσα σε εκλεγμένους εκπροσώπους των Δημοκρατικών και του κόμματος Αριστερά, Οικολογία και Ελευθερία.

Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση Ρέντσι ότι αποφεύγει τον διάλογο και θέλει να επιβάλει στο μισό σχεδόν κοινοβούλιο τις θεσμικές αλλαγές της. «Η στρατηγική που ακολουθούμε είναι λανθασμένη, έπρεπε να καταφέρουμε να πετύχουμε μια συμφωνία με την αντιπολίτευση», δήλωσε ο Στέφανο Φασίνα, εκπρόσωπος της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών.

Ο Ιταλός πρωθυπουργός, όμως, και πρώην δήμαρχος της Φλωρεντίας, δεν φαίνεται διατεθειμένος να λάβει υπόψη του τις όποιες συμβουλές. Μετά τη ρήξη με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, λόγω του ότι η Κεντροαριστερά επέλεξε τον νέο πρόεδρο της Δημοκρατίας, Σέρτζιο Ματαρέλα, χωρίς να προηγηθεί ευρύς πολιτικός διάλογος, ο Ματέο Ρέντσι θέλει να αποδείξει ότι είναι σε θέση να εφαρμόσει το πρόγραμμά του χωρίς εξωκυβερνητικές συμμαχίες.

Η ανάγκη διαλόγου

Αλλά το πρόβλημα είναι πως όταν πρόκειται για κύριας σημασίας θεσμικές αλλαγές, ο διάλογος είναι αναγκαίο προαπαιτούμενο. Η Κεντροαριστερά διαβεβαιώνει ότι η μεταρρύθμιση της Γερουσίας θα έχει εγκριθεί μέχρι τις αρχές Μαρτίου και αμέσως μετά θα ακολουθήσει η αλλαγή του εκλογικού νόμου. Ενα ακόμη πιο κρίσιμο κεφάλαιο, με σημεία που μπορούν να προκαλέσουν και πάλι έντονες συγκρούσεις.

Αρχίζοντας από την πρόθεση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να επιβάλλονται οι επικεφαλής ψηφοδελτίων σε κάθε εκλογική περιφέρεια, οι οποίοι θα εκλέγονται χωρίς σταυρούς, βάσει της επιλογής από τον αρχηγό της κάθε πολιτικής δύναμης -με μόνη προϋπόθεση το κόμμα να κατορθώσει να ξεπεράσει, πανιταλικά, το κατώτατο όριο του 3%. Ο σαραντάχρονος επικεφαλής της ιταλικής κυβέρνησης ευελπιστεί να εγκρίνει την αλλαγή αυτή μόνο με τις ψήφους των Δημοκρατικών και του μικρού κόμματος της Νέας Κεντροδεξιάς.

Τα εμπόδια, όμως, είναι απολύτως ορατά: οι βουλευτές και οι γερουσιαστές του Μπέπε Γκρίλο από το Κίνημα των Πέντε Αστέρων απειλούν ότι θα παραιτηθούν μαζικά από τα αξιώματά τους και θα ζητήσουν από τον νέο πρόεδρο της Δημοκρατίας προκήρυξη πρόωρων εκλογών.

Ο Ρέντσι ποντάρει σε δύο κύρια στοιχεία: Στο ότι βάσει του ισχύοντος εκλογικού νόμου οι υποψήφιοι επιλέγονται από τον αρχηγό τού κάθε κόμματος, κάτι που σημαίνει ότι αν δεν εγκριθεί η μεταρρύθμιση, ο ίδιος θα μπορέσει να «τιμωρήσει» τυχόν διαφωνούντες οι οποίοι δεν στήριξαν τις προτάσεις του. Παράλληλα, ο Ιταλός Φλωρεντινός πολιτικός γνωρίζει καλά πως τα υπόλοιπα κόμματα δεν περνούν ανθηρή φάση – κάθε άλλο. Το Φόρτσα Ιτάλια στα γκάλοπ είναι όλο και πιο κοντά στο 10% της πρόθεσης ψήφου. Η Λέγκα του Βορρά παρουσιάζει συνεχή άνοδο, αλλά με τις ακραίες και ξενοφοβικές θέσεις της είναι πολύ δύσκολο να πείσει όλους τους πρώην ψηφοφόρους του Μπερλουσκόνι.

Ο παράγοντας Γκρίλο

Σε ό,τι αφορά το Κίνημα Πέντε Αστέρων του Γκρίλο, λόγω των συνεχών διαγραφών και της έλλειψης εσωκομματικής δημοκρατίας, από το 25% των βουλευτικών εκλογών του 2013 έχει πέσει στο 17%. Αναμένονται οι κινήσεις της Αριστεράς (του κόμματος Αριστερά και Ελευθερία, της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και των διαφόρων κινημάτων), που θα πρέπει να αποφασίσει αν θέλει να κάνει το ουσιαστικό άλμα δημιουργώντας μια ενιαία πολιτική δύναμη.

Ολα αυτά, βέβαια, δεν σημαίνουν ότι και η κυβέρνηση Ρέντσι πρέπει να θεωρεί πως είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Το συνεχιζόμενο οικονομικό τέλμα, η διστακτικότητα σε ό,τι αφορά την πολιτική για το μεταναστευτικό (βλέπε τερματισμό της επιχείρησης Μάρε Νόστρουμ) και η ταλαντευόμενη στάση σχετικά με την αλληλεγγύη προς τη χώρα μας -με στόχο μια διαφορετική Ευρώπη- δείχνουν πως μια διακυβέρνηση η οποία νοιάζεται σχεδόν αποκλειστικά για τα αποτελέσματα των δημοσκοπικών ερευνών κινδυνεύει να αποδυναμωθεί εκ των έσω λόγω έλλειψης ομοιογένειας και ενός πραγματικού οράματος.