Η Βρετανία αποχωρεί από την Ε.Ε. αλλά δεν εγκαταλείπει την Ευρώπη, επανέλαβε με χθεσινή ανοιχτή επιστολή της σε εφημερίδες εφτά ευρωπαϊκών χωρών η Τερέζα Μέι, μετά την επίσημη ενεργοποίηση του άρθρου 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας, που δρομολογεί οριστικά και αμετάκλητα την αχαρτογράφητη διαδικασία του Brexit.
Με μικρές παραλλαγές, προσαρμοσμένες στις επιμέρους σχέσεις της Βρετανίας με την εκάστοτε χώρα, η επιστολή της Μέι δημοσιεύτηκε στην ιρλανδική Irish Times, την πολωνική Rzeczpospolita, τη σουηδική Dagens Nyheter, την ισπανική El Pais, την ιταλική Repubblica, τη γαλλική Parisien και τη γερμανική Frankfurter Allgemeine Zeitung.
Πασχίζοντας να καθησυχάσει πολίτες και κυβερνήσεις, η Βρετανίδα πρωθυπουργός τόνισε πως η απόφαση για έξοδο από την Ε.Ε. «δεν σηματοδοτεί κατά ουδένα τρόπο απόρριψη των κοινών μας αξιών ως Ευρωπαίων, ούτε είναι απόπειρα να πλήξουμε την Ενωση ή οποιοδήποτε από τα κράτη-μέλη».
Ενα… βελούδινο διαζύγιο θα ήταν «προς το συμφέρον όλων μας», υποστήριξε, εν αναμονή σκληρότατου παζαριού με τους Ευρωπαίους ύστερα από ταραχώδη γάμο 44 χρόνων και πιθανολογούμενης… διατροφής (εκκαθάρισης δηλαδή του «λογαριασμού» που χρωστά η Βρετανία στα ευρωπαϊκά ταμεία) ύψους έως και 50 δισ. λιρών.
Επανήλθε όμως και στο ακανθώδες θέμα της συνεργασίας με την Ε.Ε. για την ασφάλεια, υποδηλώνοντας πως και αυτή πρέπει να μπει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ηδη, η αποστροφή της Μέι πως χωρίς συμφωνία «θα εξασθενήσει η συνεργασία μας στη μάχη κατά του εγκλήματος και της τρομοκρατίας» -όπως ανέφερε στην επίσημη επιστολή ενεργοποίησης του άρθρου 50 προς τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ- εκλήφθηκε από μερίδα και της ευρωπαϊκής ηγεσίας και του ευρωπαϊκού Τύπου ως «εκβιασμός» του Λονδίνου.
Περαιτέρω ανησυχία προκάλεσαν οι δηλώσεις της υπουργού Εσωτερικών Αμπερ Ρουντ πως «αν αποχωρούσαμε από την [αστυνομική υπηρεσία] Europol, θα παίρναμε μαζί μας όλες τις πληροφορίες μας. […] Οι Ευρωπαίοι εταίροι θέλουν από εμάς να διατηρήσουμε τις πληροφορίες μας εκεί, επειδή συμβάλλουμε στην ασφάλεια και άλλων ευρωπαϊκών χωρών»…
«Δεν πρόκειται για απειλή», επέμειναν χθες τόσο η Ρουντ όσο και ο υπουργός για το Brexit Ντέιβιντ Ντέιβις, που παρουσίασε στη Βουλή των Κοινοτήτων τη Λευκή Βίβλο για το πολυνομοσχέδιο ανάκλησης δεκάδων χιλιάδων ευρωπαϊκών νόμων και ενσωμάτωσης ορισμένων εξ αυτών στο βρετανικό δίκαιο, με παράλληλο τερματισμό της δικαιοδοσίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου μετά το Brexit.
Η νομοθεσία που αφορά από τα δικαιώματα εργαζομένων και καταναλωτών μέχρι το περιβάλλον «θα διαμορφώνεται στο Λονδίνο, το Εδιμβούργο, το Κάρντιφ και το Μπέλφαστ και δεν θα ερμηνεύεται από δικαστές στο Λουξεμβούργο αλλά από δικαστές στο Ηνωμένο Βασίλειο», τόνισε ο Ντέιβις, αναφερόμενος στις έδρες των τοπικών Κοινοβουλίων Σκοτίας, Ουαλίας και Βόρειας Ιρλανδίας που θα κληθούν να επικυρώσουν το δαιδαλώδες πολυνομοσχέδιο.
Μαινόμενοι εργατικοί
Οι Εργατικοί ωστόσο βγήκαν στα κάγκελα, καταγγέλλοντας «αρπαγή της εξουσίας», μετά την αναγγελία του Ντέιβις πως -για λόγους επίσπευσης- η τροποποίηση περίπου χιλίων ευρωπαϊκών νόμων δεν θα γίνει μέσω κοινοβουλευτικής ψηφοφορίας αλλά απευθείας από τους αρμόδιους υπουργούς, με επίκληση των (παρωχημένων μεν, σε ισχύ δε) νομοθετικών εξουσιών του βασιλιά Ερρίκου του 8ου!
Μετά την Ανγκελα Μέρκελ πάντως, και ο Φρανσουά Ολάντ ξεκαθάρισε χθες τηλεφωνικά στη Μέι πως η Ε.Ε. δεν προτίθεται να συζητήσει τις μελλοντικές (κυρίως εμπορικές) σχέσεις της με τη Βρετανία, πριν ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις για το Brexit.
Το καυτό ζήτημα θα βρεθεί στο επίκεντρο της τρίτης συνόδου του Νότου στις 10 Απριλίου στη Μαδρίτη, με οικοδεσπότη τον Ισπανό πρωθυπουργό Μαριάνο Ραχόι και τη συμμετοχή των ηγετών Ελλάδας, Γαλλίας, Ιταλίας, Πορτογαλίας, Κύπρου και Μάλτας.
