Το πώς θα είναι η θητεία Τραμπ αποτελεί το μεγάλο ερώτημα παγκοσμίως μετά την 8η Νοεμβρίου. Προς το παρόν, το διάστημα της προετοιμασίας για την εγκατάσταση στον Λευκό Οίκο αποδεικνύεται ιδιαιτέρως επεισοδιακό.
Οι αμφιλεγόμενες επιλογές του Τραμπ για τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν τη μελλοντική κυβέρνηση αλλά και οι άκομψες δηλώσεις του για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και για τις μυστικές υπηρεσίες, προκαλούν από κρύο ιδρώτα μέχρι γέλιο, ανάλογα με τη θέση στην οποία βρίσκεται κανείς.
Την Κυριακή, με μόνο μία συνέντευξη ο νεοεκλεγείς πρόεδρος κατάφερε τα εξής: να έρθει σε αντιπαράθεση με τη CIA, να προκαλέσει την αντίδραση ακόμα και Ρεπουμπλικανών ως προς το ζήτημα της Ρωσίας και σχεδόν να προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο με την Κίνα.
«Καταλαβαίνω πλήρως την πολιτική για τη “μία Κίνα,” αλλά δεν βλέπω τον λόγο για τον οποίο θα πρέπει να μας δεσμεύει, εκτός κι αν καταλήξουμε σε συμφωνία για άλλα θέματα, μεταξύ αυτών και το εμπόριο», δήλωσε μεταξύ πολλών άλλων ο Τραμπ στην εκπομπή «Fox News Sunday» του τηλεοπτικού δικτύου Fox.
Ο μεγιστάνας των ακινήτων, μιλώντας περισσότερο ως μπίζνεσμαν παρά σαν πολιτικός, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αναγνώρισης της Ταϊβάν, εκτός αν λάβει γενναία ανταλλάγματα.
Πρόκειται για το δεύτερο σινο-αμερικανικό επεισόδιο το τελευταίο διάστημα μετά την απόφασή του να δεχτεί τηλεφώνημα και να συνομιλήσει με την πρόεδρο της Ταϊβάν το οποίο, φυσικά, προκάλεσε την οξεία αντίδραση του Πεκίνου.
«Αγαθός σαν παιδί»
«Εξαιρετικά ανήσυχη» από τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε η Κίνα, διά στόματος του εκπροσώπου του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Τζενγκ Σουάνγκ, τονίζοντας ότι «εάν η Ουάσινγκτον παραβιάσει αυτήν τη δέσμευση, δεν θα τίθεται πλέον θέμα υγιούς και κανονικής ανάπτυξης των σινο-αμερικανικών σχέσεων, ούτε διμερούς συνεργασίας σε σημαντικούς τομείς».
Στον κινεζικό Τύπο μάλιστα υπήρξαν ιδιαιτέρως καυστικά σχόλια. «Αγαθό σαν παιδί στα ζητήματα διπλωματίας» χαρακτήρισε τον Τραμπ η έκδοση ταμπλόιντ «The Global Times» που εκδίδεται από την εφημερίδα «People’s Daily» του κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
Προστίθεται ακόμη στο δημοσίευμα ότι «η πολιτική της “μίας Κίνας” δεν μπορεί ούτε ν’ αγοραστεί αλλά ούτε και να πουληθεί».
Στην ίδια συνέντευξη στη «Fox News Sunday», o Ντόναλντ Τραμπ κατάφερε να τους κάνει όλους άνω-κάτω λέγοντας ότι δεν πιστεύει την έκθεση της CIA σχετικά με τις κυβερνοεπιθέσεις της Ρωσίας στην αμερικανική προεκλογική εκστρατεία. Συνέχισε, μάλιστα, με δύο αναρτήσεις στο τουίτερ.
«Μπορείτε να φανταστείτε εάν τα αποτελέσματα των εκλογών ήταν αντίθετα και εάν εμείς προσπαθούσαμε να παίξουμε το χαρτί της Ρωσίας/CIA. Αυτό θα χαρακτηριζόταν θεωρία συνωμοσίας», έλεγε στο πρώτο μήνυμα που έγραψε χθες.
Και στο δεύτερο: «Από τη στιγμή που δεν συλλαμβάνονται επ’ αυτοφώρω οι χάκερ να διαπράττουν τα εγκλήματά τους, είναι πολύ δύσκολο να καθοριστούν τα πρόσωπα που διέπραξαν την πειρατεία. Γιατί αυτό δεν δημοσιεύτηκε πριν από τις εκλογές;».
Ο,τι χειρότερο
Στο ίδιο πνεύμα με τον Τραμπ, ο εκπρόσωπος Τύπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, καταδίκασε χθες τις «αβάσιμες κατηγορίες που ξεστομίζονται από ερασιτέχνες που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα».
Και σαν να ήταν «βαλτός», εκθείασε τον Ρεξ Τίλερσον, τον διευθύνοντα σύμβουλο της ExxonMobil που φημολογείται ότι θα αναλάβει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ως έναν άνθρωπο που «ασκεί τα καθήκοντά του κατά εξόχως επαγγελματικό τρόπο».
Ο,τι χειρότερο για εκείνο το κομμάτι του πολιτικού κατεστημένου που δεν θέλει την προσέγγιση με τη Μόσχα, με την οποία ο Τίλερσον διατηρούσε στενές επιχειρηματικές σχέσεις.
«Οι Ρώσοι δεν είναι φίλοι μας», τόνισε χθες σε συνέντευξη Τύπου ο επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία Μιτς Μακόνελ.
Ως αιχμή, προφανώς, στα απαξιωτικά σχόλια του Τραμπ για τις μυστικές υπηρεσίες, δήλωσε: «Εμπιστεύομαι τα μέγιστα τις υπηρεσίες πληροφοριών και ειδικά τη CIA».
Ο Μακόνελ τάχθηκε υπέρ της διεξαγωγής κοινοβουλευτικής έρευνας σχετικά με την παρέμβαση της Μόσχας στις αμερικανικές εκλογές, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Πολ Ράιαν.
Και αυτοί δεν είναι τα μόνα υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος που στήριξε τον Ντόναλντ Τραμπ τα οποία έρχονται σε αντίθεση με τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο γι’ αυτά τα ζητήματα.
Μέσα στο Σαββατοκύριακο, το ίδιο ζήτησαν οι Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές Τζον Μακέιν και Λίντσεϊ Γκράχαμ και οι Δημοκρατικοί Τσακ Σούμερ και Τζακ Ριντ με κοινή τους έκκληση.
Αδύναμη εντολή
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει κρύψει τον θαυμασμό του για τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, ούτε την πρόθεσή του για εξομάλυνση των διμερών σχέσεων.
Το ερώτημα είναι γιατί κάνει σπασμωδικές κινήσεις που τον φέρνουν αντιμέτωπο με τη CIA, την κυβέρνηση Ομπάμα, τους Δημοκρατικούς, αλλά και το ίδιο του το κόμμα.
«Ο Τραμπ παλεύει για τη νομιμοποίησή του», εκτιμά η ιστοσελίδα Politico.
Σε ανάλογο πνεύμα, η ανάλυση του BBC:
«Παρά τους ισχυρισμούς του περί του αντιθέτου, ο Ντόναλντ Τραμπ ετοιμάζεται να αναλάβει την προεδρία με μια αδύναμη λαϊκή εντολή. Υπολείπεται της Χίλαρι Κλίντον κατά 2,8 εκατομμύρια ψήφους. […]
Αυτό ίσως εξηγεί γιατί η ομάδα του Τραμπ εξαπολύει τόσο δριμεία επίθεση στις κατηγορίες ότι Ρώσοι χάκερ παρενέβησαν στην πολιτική των ΗΠΑ σε μια προσπάθεια να επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα υπέρ του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου.
Οπως και η επανακαταμέτρηση σε τρεις Πολιτείες-κλειδιά (το Ομοσπονδιακό δικαστήριο διέταξε τη διακοπή της στο Μίσιγκαν και την Πενσιλβάνια) την οποία ζήτησε το Κόμμα των Πράσινων, έτσι κι αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί υπόσκαψη της νομιμοποίησης της νίκης του Τραμπ».
