Η 8η Νοεμβρίου ήταν η πιο πικρή μέρα στην πολιτική σταδιοδρομία της Χίλαρι Κλίντον. Τόσο, ώστε την Τρίτη το απόγευμα δεν εμφανίστηκε στο συνεδριακό κέντρο Jacob Javits, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι οπαδοί της. Οταν άρχισαν να διαφαίνονται τα άσχημα γι’ αυτήν αποτελέσματα, κάλεσε διά του επικεφαλής της εκστρατείας της Τζον Ποντέστα τον κόσμο να επιστρέψει σπίτι του και αρκέστηκε να τηλεφωνήσει στον Ντόναλντ Τραμπ για να τον συγχαρεί κατ’ ιδίαν για τη νίκη του.
Χρειάστηκε πολλές ώρες για να χωνέψει πως δεν θα γίνει η πρώτη γυναίκα πρόεδρος των ΗΠΑ και να αναγνωρίσει δημόσια, μόλις χθες το πρωί, τη νίκη του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου της, τονίζοντας πως «οφείλουμε στον Ντόναλντ Τραμπ την ευκαιρία να κυβερνήσει τη χώρα».
Η ομιλία της δεν ξέφυγε πολύ από την πεπατημένη σε αυτές τις περιπτώσεις. Ευχαρίστησε το επιτελείο, τους οπαδούς, τον συνυποψήφιό της Τιμ Κέιν, την οικογένειά της, λέγοντας «Νιώθω υπερηφάνεια και ευγνωμοσύνη. Είστε ό,τι καλύτερο έχει η Αμερική» και εννοείται και τον Μπαράκ Ομπάμα με την αποστροφή «η χώρα μας σου χρωστά ευγνωμοσύνη και είναι υπόχρεη σε σένα».
Αναγνώρισε τη θλίψη της: «Λυπάμαι που δεν κερδίσαμε αυτές τις εκλογές… Ξέρω πόσο απογοητευμένοι νιώθετε, γιατί κι εγώ έτσι νιώθω…» Υποσχέθηκε τη συνέχιση του αγώνα: «Χρέος μας ως πολιτών είναι να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για να έχουμε την πατρίδα που θέλουμε… Σας θέλουμε σε αυτούς τους αγώνες».
Και απευθύνθηκε στις γυναίκες: «Μην αμφιβάλλετε ποτέ ότι είστε πολύτιμες, δυνατές και αξίζετε κάθε ευκαιρία για να κατακτήσετε τα όνειρά σας».
Ωστόσο, η αποστροφή της «οι πιο όμορφες μέρες μας δεν έχουν έρθει ακόμα» δεν ισχύει σε αυτή τη συγκυρία για το Δημοκρατικό Κόμμα. Αμηχανία, πολλά ερωτήματα για το τι τους διέφυγε, πόσο υποτίμησαν τον αντίπαλο, τον ρόλο του FBI στην υπόθεση των mails της, τον σεξισμό των λευκών αντρών, τις αστοχίες της εκστρατείας κ.λπ.
Αυτές είναι οι πρώτες δικαιολογίες των εκπροσώπων του κυρίαρχου μηχανισμού του κόμματος που έδωσε μάχη (όχι και τόσο καθαρή) για να την επιβάλει υποψήφια.
Αντίθετα, μέλη της βάσης των οπαδών του Μπέρνι Σάντερς κατηγορούν την ηγεσία του κόμματος, υποστηρίζοντας πως αν ο Σάντερς είχε κερδίσει το χρίσμα, θα μπορούσε να νικήσει τον Τραμπ, όπως έδειχναν δημοσκοπήσεις πριν από την ψηφοφορία για το χρίσμα.
Το Δημοκρατικό Κόμμα επέλεξε να προωθήσει ως υποψήφιά του την πιο αντιπαθή και καλύτερη εκπρόσωπο του πολιτικού κατεστημένου, την ώρα που οι πολίτες εξεγείρονταν εναντίον αυτού του κατεστημένου και έδειχναν πως έχουν κουραστεί από την αλαζονεία της Χίλαρι, το ζεύγος Κλίντον, το χρήμα που έχει συσσωρεύσει, τα σκάνδαλά τους.
«Το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος γελοιοποιήθηκε και τέλειωσε. Εκανε μεγάλο λάθος να συσπειρωθεί γύρω από τη Χίλαρι. Ηταν κακή υποψήφια, χωρίς μήνυμα… Δεν μπορούσε να ξεφύγει από το βαρύ φορτίο που φέρει στις πλάτες της και πρέπει να αναλάβει αυτή την ήττα η ίδια», σχολιάζει στο «Slate» ο Τζιμ Νιούελ.
Οσο για τη Χίλαρι, οι καλύτερες μέρες είναι μάλλον πίσω της. Είναι 69 ετών. Δύο φορές επιχείρησε να κατακτήσει την προεδρία και απέτυχε: το 2008 χάνοντας το χρίσμα των Δημοκρατικών από τον Ομπάμα και τώρα που ως υποψήφιά τους ηττήθηκε από τον Τραμπ.
Και η επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ, Κέλιαν Κόνγουεϊ, σε συνέντευξή της στο δίκτυο MSNBC δεν απέκλεισε να οριστεί ειδικός εισαγγελέας για να διερευνήσει την Κλίντον –την οποία ο Τραμπ υποσχέθηκε να στείλει στη φυλακή–, επισημαίνοντας, ωστόσο, πως δεν έχει συζητήσει σχετικά με τον νεοκλεγέντα πρόεδρο τις τελευταίες ημέρες και «αυτό θα γίνει την κατάλληλη στιγμή».
