Από την έναρξη της σκανδαλώδους λειτουργίας του, το 2002, τις πύλες του πέρασαν στο… έμπα συνολικά 780 κατηγορούμενοι ως «παράνομοι μαχητές του εχθρού»: ένας εύσχημος όρος που επινόησε η τότε κυβέρνηση του Τζ. Γ. Μπους για να μπορεί να παραβιάζει απροσχημάτιστα το Διεθνές Δίκαιο, στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου. Εκτοτε το κέντρο κράτησης του Γκουαντάναμο, στην ομώνυμη offshore αμερικανική ναυτική βάση στα νοτιοανατολικά της Κούβας, έγινε συνώνυμο της λέξης «κολαστήριο». Ακόμη παραμένει…
Για τον βραβευθέντα με Νόμπελ Ειρήνης απερχόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα -που από το 2008 έχει υποσχεθεί να κλείσει το άνομο κέντρο κράτησης- το Γκουαντάναμο κινδυνεύει να γίνει ακόμη ένας μεγάλος «λεκές» στην υστεροφημία του, καθώς η δεύτερη θητεία του οδεύει και τυπικά προς ολοκλήρωση, τον προσεχή Ιανουάριο.
Σήμερα, 14 χρόνια μετά κι ενώ ο περιώνυμος «διεθνής πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» δεν λέει να κοπάσει, στις φυλακές-κολαστήριο εννέα πέθαναν κατά τη διάρκεια της πολυετούς κράτησης και των φρικτών βασανιστηρίων.
Συνολικά, 710 μεταφέρθηκαν σε άλλες χώρες (εσχάτως 15 στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στη μεγαλύτερη μαζική μεταφορά επί προεδρίας Ομπάμα). Σήμερα, παραμένουν έγκλειστοι 61.
Από αυτούς, οι 23 -γνωστοί και ως «αιώνιοι φυλακισμένοι»- χαρακτηρίζονται «εξαιρετικά επικίνδυνοι» και ως εκ τούτου βρίσκονται σε καθεστώς επ’ αόριστον κράτησης, χωρίς απαγγελία κατηγοριών και δίκη. Μόλις τρεις έχουν καταδικαστεί από στρατοδικεία στο Γκουαντάναμο. Αλλοι επτά βρίσκονται εν αναμονή της ετυμηγορίας.
Οι υποθέσεις οκτώ παραμένουν υπό εξέταση από διυπηρεσιακή επιτροπή. Οι υπόλοιποι 20 έχουν πάρει το πράσινο φως για τη μεταφορά τους από το Γκουαντάναμο, θεωρείται όμως εξαιρετικά επικίνδυνο να επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη.
Πρόκειται κυρίως για κρατουμένους από την Υεμένη, η οποία σπαράσσεται από τον δι’ αντιπροσώπων πόλεμο μεταξύ Ριάντ και Τεχεράνης.
Αγωνιωδώς πια -καθώς ο χρόνος για τη λήξη της δεύτερης θητείας Ομπάμα μετρά ήδη αντίστροφα- η Ουάσινγκτον πασχίζει να βρει κράτη «προθύμων», που θα δεχτούν τους 20 στην επικράτειά τους.
Από έγγραφα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που διέρρευσαν προ μηνών, προκύπτει ότι οι διπλωματικές πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση συνοδεύονται και με οικονομικό «παζάρι».
Το μεγάλο όμως ερώτημα παραμένει γύρω από το τι μέλλει γενέσθαι με όσους μείνουν πίσω.
Ενοχοι μέσω… τηλεδιάσκεψης
Για όσους εκκρεμεί η δικαστική διαδικασία, εξετάζονται διάφορες εναλλακτικές.
«Τον περασμένο Φεβρουάριο, η κυβέρνηση άρχισε να εξετάζει ένα νέο σχέδιο, βάσει του οποίου οι κρατούμενοι θα δηλώσουν ένοχοι μέσω τηλεδιάσκεψης και θα εκτίσουν τις ποινές τους σε ξένες χώρες», γράφει σε πρόσφατο άρθρο της στο New Yorker η Κόνι Μπρουκ.
«Το υπουργείο Δικαιοσύνης αντέδρασε σε αυτή τη λύση, η οποία θα μπορούσε να ερμηνευτεί από δικαστές ως εξαναγκασμός σε ομολογία», τονίζει.
«Εκκρεμεί παρ’ όλα αυτά νομοθετική πράξη, που θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή την εφαρμογή της. Ο Λευκός Οίκος εξετάζει επίσης την εκδοχή μεταφοράς κρατουμένων σε ξένες χώρες για την άσκηση ποινικής δίωξης».
Οσο για τους… εσαεί κρατουμένους;
«Ο Ομπάμα θα μπορούσε ενδεχομένως να απαιτήσει με διάταγμα τη μεταφορά των κρατουμένων στις ΗΠΑ, με την αιτιολογία ότι οι περιορισμοί που επιβάλλει το Κογκρέσο είναι αντισυνταγματικοί», γράφει η Μπρουκ.
«Κι εφόσον οι Δημοκρατικοί κερδίζουν αρκετές έδρες [σε Γερουσία και Βουλή] στις συμπληρωματικές εκλογές του Νοεμβρίου, θα υπάρξει μια σύντομη περίοδος, μέχρι την παράδοση καθηκόντων του από τον Μπαράκ Ομπάμα, κατά την οποία θα μπορούσε να περάσει νόμος που θα επιτρέπει το κλείσιμο» του Γκουαντάναμο.
δη, επισημαίνει, «καθώς οι αξιωματούχοι στην αμερικανική κυβέρνηση πασχίζουν να αδειάσουν τη φυλακή και οι υποστηρικτές του Γκουαντάναμο στο Κογκρέσο κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να τους σταματήσουν, ορισμένοι μιλούν για το σενάριο της “μιας πτήσης”: τη μεταφορά δηλαδή αρκετών κρατουμένων σε άλλες χώρες, ώστε οι εναπομείναντες να χωρούν σε ένα αεροσκάφος και να μεταφερθούν εκτός [Γκουαντάναμο], π.χ. σε μια φυλακή-φρούριο στις ΗΠΑ».
Μυστική αυτοψία
Στις αρχές αυτής της εβδομάδας ξέσπασε μάλιστα μέγας ντόρος στα συντηρητικά ΜΜΕ της χώρας, μετά την αποκάλυψη της ιστοσελίδας «The Washington Free Beacon» περί μυστικής αυτοψίας σε διάφορες πόλεις από κυβερνητικούς αξιωματούχους, σε αναζήτηση κατάλληλης τοποθεσίας για τυχόν μετεγκατάσταση των «αιώνιων κρατουμένων» επί αμερικανικού εδάφους.
Για του λόγου το αληθές, η ιστοσελίδα επικαλείται επιστολή τριών Ρεπουμπλικανών βουλευτών από το Κάνσας προς το υπουργείο Αμυνας, από το οποίο ζητούν εξηγήσεις για το εάν και με ποια αιτιολογία η αποστολή -κόστους 25.000 δολαρίων- καλύφθηκε από κρατικά κονδύλια, την ώρα που η υφιστάμενη νομοθεσία απαγορεύει τη μετεγκατάσταση των κρατουμένων στην αμερικανική επικράτεια. Τουλάχιστον προς ώρας…
Οι πρώτοι υπολογισμοί, πάντως, έχουν ήδη γίνει.
«Η κυβέρνηση Ομπάμα εκτιμά ότι μια ανακαίνιση υφιστάμενης πολιτειακής ή ομοσπονδιακής φυλακής για τον εγκλεισμό αποκλειστικά κρατουμένων από το Γκουαντάναμο θα στοίχιζε στο Πεντάγωνο περί τα 290 έως 475 εκατομμύρια δολάρια», σύμφωνα με τη USA Today.
Αντιστοίχως, αναφέρει, «το Πεντάγωνο εκτιμά ότι η κράτησή τους στις ΗΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει στην εξοικονόμηση 65-84 εκατ. δολ. ετησίως, καλύπτοντας έτσι το κόστος ανακατασκευής μέσα σε πέντε χρόνια».
Παρ’ όλα αυτά, ζητούμενο δεν είναι προφανώς το οικονομικό όφελος, αλλά το πολιτικό κόστος.
«Γεωπολιτική ανωμαλία»
Το κέντρο κράτησης του Γκουαντάναμο είναι «το μακροβιότερο στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στην αμερικανική ιστορία», αναφέρει σε έκθεσή της η ACLU, η μεγαλύτερη οργάνωση προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ.
«Φτιαγμένο ως ένα “νησί έξω από τον νόμο”, όπου οι ύποπτοι τρομοκρατίας μπορούν να κρατούνται χωρίς την απαγγελία κατηγοριών ή δίκη και να ανακρίνονται χωρίς περιορισμούς, αποτέλεσε μια καταστροφική αποτυχία, από όλες τις απόψεις. Εχει παρέλθει προ πολλού ο καιρός που αυτό το επαίσχυντο κεφάλαιο στην αμερικανική ιστορία έπρεπε να κλείσει».
Για την ακρίβεια, στις ΗΠΑ πληθαίνουν πλέον οι φωνές για κλείσιμο ολόκληρης της εξωχώριας ναυτικής βάσης στην Κούβα, εν μέσω των προσπαθειών για σταδιακή αποκατάσταση των σχέσεων με την Αβάνα.
Νέτα σκέτα η «Washington Post» έχει χαρακτηρίσει τη βάση «γεωπολιτική ανωμαλία», «το μοναδικό μέρος στον κόσμο, όπου ο στρατός των ΗΠΑ κατέχει ξένη γη, χωρίς περιορισμούς, ενάντια στην επιθυμία του κράτους που τον φιλοξενεί».
Για την ακρίβεια, αποτελεί πάγιο αίτημα της Κούβας η επιστροφή της βάσης στο Γκουαντάναμο, την οποία κατέχει η Αμερική από το 1903.
Την προοπτική έχει χαρακτηρίσει «μάλλον αναπόφευκτη» μέχρι και ο ναύαρχος εν αποστρατεία Τζέιμς Σταυρίδης, πρώην επικεφαλής της Νότιας Στρατιωτικής Διοίκησης των ΗΠΑ (USSOUTHCOM) και, συνεπώς, υπεύθυνος για τη βάση του Γκουαντάναμο κατά την περίοδο 2006-2009.
Το πάρκο και ο Τραμπ
Στον δημόσιο διάλογο που έχει πια ανοίξει έχουν πέσει μάλιστα διάφορες ευφάνταστες προτάσεις για τη μετατροπή της βάσης: από ερευνητικό κέντρο για τροπικές ασθένειες ή θαλάσσιο ερευνητικό ίδρυμα, έως πάρκο ειρήνης.
Μέχρι να συμβούν βέβαια όλα αυτά τα… θαυμαστά, θα έχουν μεσολαβήσει οι προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου.
Αν και προεκλογικά η συστημική Χίλαρι Κλίντον δείχνει να αμφιταλαντεύεται ως υποψήφια των Δημοκρατικών για το μέλλον του κέντρου κράτησης στο Γκουαντάναμο, «κυβερνητικές πηγές αναφέρουν πως, ως υπουργός Εξωτερικών», γράφει η Κόνι Μπρουκ, «ήταν πολύ πιο πρόθυμη να αναλάβει αυτό το πολιτικό ρίσκο, απ’ ό,τι ο Ομπάμα».
Ο Ντόναλντ Τραμπ, αντίθετα, δεν θέλει να ακούσει κουβέντα για το θέμα. Διακηρύττει όχι μόνον ότι θα κρατήσει το κολαστήριο του Γκουαντάναμο ανοιχτό, αλλά ότι «θα το γεμίσει με κακούς».
Σύμφωνα, δε, με έγγραφο που διέρρευσε προσφάτως στο δίκτυο CNN, μεταξύ αυτών σκοπεύει να συμπεριλάβει Αμερικανούς υποστηρικτές του «Ισλαμικού κράτους».
Προοπτική που, κατά πολλούς αναλυτές, θα μπορούσε να ανοίξει την Κερκόπορτα μιας νέας στοχοποίησης κατά των Αφροαμερικανών.
«Θα επαναφέρω τους εικονικούς πνιγμούς κι ακόμη χειρότερες μεθόδους», έχει διακηρύξει ο Τραμπ σε προεκλογικές του συγκεντρώσεις. «Μη μου πείτε ότι τα βασανιστήρια δεν αποδίδουν», εξανέστη. «Ακόμη κι εάν δεν είναι αποτελεσματικά, τα αξίζουν, για όσα μας κάνουν»…
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΗΣ
3 σεντ το στρέμμα πληρώνουν ενοίκιο οι ΗΠΑ!
Οι ΗΠΑ πάτησαν πόδι στον κόλπο του Γκουαντάναμο το 1898, μετά τη νίκη τους στην ομώνυμη μάχη με την αποικιοκρατική τότε Ισπανία.
Από το 1903 -στο πλαίσιο συμφωνίας με τον υπό αμερικανική κηδεμονία πρώτο πρόεδρο της Κούβας, Τομάς Εστράδα- διατηρούν στην περιοχή ναυτική βάση, έκτασης 120 τ. χλμ., έναντι συμβολικού μισθώματος.
Για την ακρίβεια, από 2.000 δολ. ετησίως, αυξήθηκε στα 4.085 δολ. με την τροποποίηση του 1934.
Κάτι λιγότερο, δηλαδή, από 3 σεντ το στρέμμα ενοίκιο. Από την Κουβανική Επανάσταση και μετά, η Αβάνα καταγγέλλει τη συμφωνία ως παράνομη, αρνούμενη να εισπράξει το μίσθωμα, ζητώντας την αποχώρηση των ΗΠΑ.
Σήμερα, με ετήσιο κόστος λειτουργίας στα 445 εκατ. δολ., ένεκα και του κέντρου κράτησης, αποτελεί μια ακριβή υπενθύμιση ότι οι ΗΠΑ, σε αντίθεση με τα ιδεώδη του δικαστικού τους συστήματος, είναι πρόθυμες να κρατούν αιχμαλώτους εφ’ όρου ζωής, χωρίς δίκη.
Η «ταυτότητα» των κρατουμένων
Από τους 779 κρατουμένους στο Γκουαντάναμο, οι Αφγανοί ήταν οι πολυπληθέστεροι (29%), ακολουθούμενοι από τους Σαουδάραβες (17%), Υεμενίτες (15%), Πακιστανούς (9%) και Αλγερινούς (3%).
Συνολικά, άνθρωποι 50 εθνικοτήτων πέρασαν τις πύλες του κολαστηρίου από την απαρχή της λειτουργίας του, τον Ιανουάριο του 2002.
Τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, υψηλόβαθμος αναλυτής της CIA συνέταξε απόρρητη έκθεση, αναφέροντας ότι η πλειονότητα των κρατουμένων ήταν στην καλύτερη των περιπτώσεων χαμηλόβαθμα στελέχη τρομοκρατικών οργανώσεων και, στη χειρότερη, αθώα θύματα ενός «κυνηγιού κεφαλών» στο οποίο επιδίδονταν πολέμαρχοι, κυρίως στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν, με δέλεαρ παχυλές αμοιβές από τις ΗΠΑ.
Την κατάσταση έκαναν ακόμη πιο περίπλοκη οι συνθήκες στο ίδιο το κέντρο κράτησης του Γκουαντάναμο. Πολλοί κρατούμενοι εξαναγκάζονταν σε ομολογία έπειτα από φρικτά βασανιστήρια, ενώ όσοι συγκρατούμενοι -ακόμη και οι αμφιβόλου αξιοπιστίας- γίνονταν πληροφοριοδότες, απολάμβαναν σε αντάλλαγμα ειδικά προνόμια: περισσότερο χώρο, φαγητό μέχρι σκασμού, πρόσβαση σε ειδικό χώρο όπου μπορούσαν να παρακολουθούν πορνογραφικές ταινίες.
Στον αντίποδα, τον περασμένο Μάρτιο, στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Αμυνας ανέφεραν πως από τους 676 που είχαν μέχρι τότε μεταφερθεί εκτός Γκουαντάναμο, οι 118 (17%) είχαν επιστρέψει στην τρομοκρατική δράση. Ανάλογες υποψίες υπήρχαν για άλλους 83.
