Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να πείσει τόσο την ηγεσία του Ιράν όσο και την αμερικανική κοινή γνώμη ότι διατηρεί τον πλήρη έλεγχο της σύγκρουσης, ωστόσο η πραγματικότητα στο πεδίο και τα πολιτικά δεδομένα στις ΗΠΑ δείχνουν μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, καθώς ο πόλεμος πλησιάζει την όγδοη εβδομάδα, το αδιέξοδο βαθαίνει. Η Τεχεράνη εντείνει την πίεση μέσω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, επηρεάζοντας την παγκόσμια οικονομία, ενώ η Ουάσιγκτον επιχειρεί να πλήξει την ιρανική οικονομία με ναυτικό αποκλεισμό. Το βασικό ερώτημα πλέον δεν είναι ποιος υπερέχει στρατιωτικά, αλλά ποια πλευρά μπορεί να αντέξει περισσότερο πολιτικά και οικονομικά.

Έχω όλο τον χρόνο στον κόσμο, ενώ το Ιράν δεν έχει, λέει ο Τραμπ

Ο Τραμπ απορρίπτει κατηγορηματικά ότι βρίσκεται υπό πίεση χρόνου, δηλώνοντας: «Έχω όλο τον χρόνο στον κόσμο, ενώ το Ιράν δεν έχει». Παράλληλα, απαντώντας σε σχετικά δημοσιεύματα, σημείωσε: «Μην με πιέζετε. Κάθε φορά που διαβάζω ότι βρίσκομαι υπό χρονική πίεση, δεν ισχύει. Αν κάποιος πιέζεται, αυτοί είναι».

Ωστόσο, η αξιοπιστία αυτών των δηλώσεων δοκιμάζεται, καθώς ο ίδιος έχει παρουσιάσει αντιφατικές τοποθετήσεις για τη στρατηγική του, ενώ η διάρκεια της σύγκρουσης φαίνεται να ξεπερνά τις αρχικές εκτιμήσεις του Λευκού Οίκου για λίγες εβδομάδες.

Την ίδια στιγμή, υπάρχουν ενδείξεις ότι το Ιράν θεωρεί πως έχει αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα, αξιοποιώντας τη γεωγραφική του θέση. Παρά τα πλήγματα στο ναυτικό και τις στρατιωτικές του υποδομές, συνεχίζει να παρεμβαίνει στη ναυσιπλοΐα, αυξάνοντας το κόστος για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.

Αυξανόμενη δυσπιστία για τον Τραμπ

Η αναλύτρια Μόνικα Τοφτ συνοψίζει αυτή τη στρατηγική λέγοντας: «Δεν χρειάζεται να νικήσεις τον αντίπαλο ούτε να έχεις την ίδια ισχύ. Αρκεί να κάνεις το κόστος τόσο μεγάλο που να μην μπορεί να συνεχίσει. Οι Ιρανοί αντέχουν και δεν πρόκειται να υποχωρήσουν εύκολα». Όπως εκτιμά, το Ιράν μπορεί τελικά «να ξεπεράσει την πολιτική αντοχή και τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ».

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με αυξανόμενη δυσπιστία. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν περιορισμένη αποδοχή της στρατιωτικής επιχείρησης, ενώ η παράταση του πολέμου ενισχύει την κόπωση της κοινής γνώμης, ιδιαίτερα λόγω των οικονομικών επιπτώσεων, όπως η άνοδος των τιμών καυσίμων.

Παρά τα δεδομένα αυτά, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχειρεί να υποβαθμίσει τη διάρκεια της σύγκρουσης, συγκρίνοντάς την με πολέμους του παρελθόντος: «Οι ΗΠΑ έμειναν στο Βιετνάμ περίπου 18 χρόνια και στο Ιράκ για πολλά χρόνια. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σχεδόν πέντε χρόνια και στον πόλεμο της Κορέας επτά. Εγώ ασχολούμαι με αυτό μόλις έξι εβδομάδες».

Το Ιράν δεν λειτουργεί αποκλειστικά με οικονομικούς όρους

Παράλληλα, δίνει έμφαση στην οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη, υποστηρίζοντας: «Δεν υπάρχει καμία οικονομική δραστηριότητα. Αν δεν καταφέρουν να εξάγουν πετρέλαιο σύντομα, ολόκληρη η ενεργειακή τους βιομηχανία θα καταρρεύσει». Την ίδια ώρα, περιγράφει την ιρανική ηγεσία ως αποδυναμωμένη, λέγοντας ότι «δεν ξέρουν καν ποιος κυβερνά τη χώρα».

Ωστόσο, παραμένει αμφίβολο αν η οικονομική ασφυξία μπορεί να οδηγήσει σε υποχώρηση, καθώς το Ιράν δεν φαίνεται να λειτουργεί αποκλειστικά με οικονομικούς όρους, αλλά με γεωπολιτικά και ιδεολογικά κριτήρια.

Το «μην με βιάζετε» σημαίνει ότι ο Τραμπ είναι σίγουρος ή ότι απλώς δεν θέλει να παραδεχτεί μια ενδεχόμενη αποτυχία;

Ο Τραμπ επιχειρεί επίσης να δικαιολογήσει το κόστος της σύγκρουσης προς τους Αμερικανούς πολίτες: «Αυτό που κερδίζουν είναι ένα Ιράν χωρίς πυρηνικά όπλα, που διαφορετικά θα μπορούσε να απειλήσει μια αμερικανική πόλη ή ολόκληρη τη Μέση Ανατολή».

Παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πρόκειται για μια στρατηγική υπομονής με σαφές σχέδιο από τον Τραμπ ή για μια προσπάθεια αποφυγής του πολιτικού κόστους μιας παρατεταμένης και αβέβαιης σύγκρουσης;