ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κορίνα Βασιλοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ συνίσταται σε χυδαίες, συχνά, απειλές προς εχθρούς και φίλους, δασμούς και βόμβες, όπως έχει την ατυχία να γνωρίζει το Ιράν. Υπάρχει όμως και μια πολύ λιγότερο γνωστή μορφή διπλωματίας, πιο σκοτεινή, κυριολεκτικά και μεταφορικά, που αφορά συμφωνίες με τρίτες χώρες για την απέλαση μεταναστών. Ολα αυτά προκειμένου να υλοποιήσει την προεκλογική του υπόσχεση να απελάσει «εκατομμύρια μετανάστες». Την ίδια στιγμή η ανεξέλεγκτη δράση της ICE, της διαβοήτης Υπηρεσίας Μετανάστευσης, έχει ανεβάσει στο κόκκινο την κοινωνική ένταση σε πολλά σημεία των ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα στη Μινεάπολη, ενώ έχει βάψει τα χέρια της και με αίμα Αμερικανών πολιτών που διαμαρτύρονταν για τις ενέργειές της.

Τι γίνεται όμως με τους παράτυπους μετανάστες που καταλήγουν στα χέρια των Αρχών; Ειδικά με εκείνους που προστατεύονται από απέλαση στην πατρίδα τους επειδή εκεί κινδυνεύει η ασφάλειά τους ή και η ζωή τους; Ο Τραμπ-ούκος έχει βρει μια λύση εμπνευσμένη από τις πιο διεστραμμένες ιδέες των Τόρις στη Βρετανία και της Μελόνι στην Ιταλία: την αποστολή των ανεπιθύμητων σε τρίτες χώρες, με το αζημίωτο.

Μολονότι τα σχέδια των Βρετανών για απελάσεις στη Ρουάντα και των Ιταλών σε κέντρα κράτησης στην Αλβανία έχουν συναντήσει σοβαρά εμπόδια και έχουν μείνει ουσιαστικά μετέωρα (στη Βρετανία πάγωσαν μετά την εκλογή του Κιρ Στάρμερ), η αμερικανική κυβέρνηση τα ξεπερνά πληρώνοντας τους ενδιαφερόμενους σε χρήμα ή σε είδος ή και στα δύο.

Εργαλείο εξωτερικής πολιτικής

Πριν από λίγες μέρες οι New York Times δημοσίευσαν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ρεπορτάζ σχετικά με αυτή την τακτική, από το οποίο εξάγονται δύο βασικά συμπεράσματα: το ένα είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση έχει αναγάγει το μεταναστευτικό σε εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Το δεύτερο ότι μέχρι στιγμής όσοι έχουν δεχτεί να συνεργαστούν σε αυτό το κομμάτι είναι δικτάτορες, ηγέτες ναι μεν δημοκρατικά εκλεγμένοι αλλά με αυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης και γενικά με μέτριες ή χαμηλές (προς ανύπαρκτες) επιδόσεις στον τομέα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η αμερικανική κυβέρνηση δεν αποκαλύπτει με επίσημα στοιχεία πόσοι άνθρωποι έχουν σταλεί σε τρίτες χώρες. Σύμφωνα πάντως με το Human Rights First, μια μη κερδοσκοπική οργάνωση που καταγράφει τις απελάσεις, ο μεγαλύτερος αριθμός, περίπου 14.000 άτομα, έχει σταλεί σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής.

Η πρώτη γνωστή περίπτωση ανάγεται στον Μάρτιο του 2025, μόλις δύο μήνες μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Οι ΗΠΑ απέλασαν πάνω από 200 παράτυπους μετανάστες από τη Βενεζουέλα στο Ελ Σαλβαδόρ, όπου παρέμειναν για τέσσερις μήνες σε μια διαβόητη, γιγαντιαία φυλακή υψίστης ασφαλείας. Σε αντάλλαγμα, ο ακροδεξιός πρόεδρος της χώρας, Ναγίμπ Μπουκέλε, έλαβε κάποια εκατομμύρια δολάρια, ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναβάθμισε το Ελ Σαλβαδόρ στην ταξιδιωτική του οδηγία, χαρακτηρίζοντάς το ως μία από τις ασφαλέστερες χώρες στον κόσμο για να ταξιδέψει κάποιος.

Οπως επισημαίνουν μάλιστα οι Times, το Ελ Σαλβαδόρ με το σοβαρό πρόβλημα εγκληματικότητας βρίσκεται ψηλότερα στη λίστα από χώρες όπως η Γαλλία ή η Ισπανία! Αυτό, όπως γράφουν οι New York Times μεταφέροντας τα λόγια ενός νομικού που μίλησε ανώνυμα στην εφημερίδα, έγινε παράδειγμα προς μίμηση για άλλες χώρες που επιθυμούσαν να επαναλάβουν τη «συμφωνία Μπουκέλε».

Πολλά ευήκοα ώτα βρέθηκαν στην Αφρική, ύστερα από ένα καλό διπλωματικό «μασάζ» προς το οποίο κατευθύνθηκαν Αμερικανοί διπλωμάτες. «Αν προθυμοποιείστε να παραλάβετε περισσότερα άτομα, τότε μπορούμε δυνητικά να προσφέρουμε μεγαλύτερη στήριξη». «Χωρίς να δώσουμε καμία υπόσχεση, τι έχετε στο μυαλό σας;». Τέτοιου είδους οδηγίες έφταναν από το γραφείο του ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο προς τους διπλωμάτες μέσω email, σε μερικά από τα οποία απέκτησαν πρόσβαση οι Times.

Συμφωνίες για τη μαζική αποστολή στην Αφρική

Mερικά απτά αποτελέσματα: η κυβέρνηση Τραμπ διατηρεί συνομιλίες με την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία για το θέμα της υποδοχής μεταναστών από τις ΗΠΑ και πρόσφατα οριστικοποίησε σχετική συμφωνία με τη Δημοκρατία του Κονγκό, δύο χώρες με προβληματικά νομικά συστήματα και κυβερνήσεις που έχουν κατηγορηθεί για βασανιστήρια και εξαφανίσεις. Συμφωνίες έχουν κλείσει επίσης με το Καμερούν και τη Ρουάντα, με την Ισημερινή Γουινέα που κατηγορείται για συστηματικά βασανιστήρια και το Εσουατίνι (πρώην Σουαζιλάνδη), μια μοναρχία με μακρύ ιστορικό στην παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αλλά ίσως το πιο εξοργιστικό από όλα είναι ότι έχουν απελαθεί μετανάστες και στο Νότιο Σουδάν όπου μαίνεται ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος.

Ολα με το αζημίωτο. Οπως αναφέρουν οι Times, λίγες εβδομάδες πριν από τη σύναψη της συμφωνίας με την Ισημερινή Γουινέα η κυβέρνηση Τραμπ ήρε προσωρινά τις κυρώσεις κατά του αντιπροέδρου της αφρικανικής χώρας προκειμένου να μπορέσει να ταξιδέψει στη Νέα Υόρκη για την ετήσια Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Επίσης, μετέφερε στη χώρα 7,5 εκατομμύρια δολάρια σε μορφή βοήθειας.

Μόλις η Γκάνα ανακοίνωσε τη συμφωνία με τις ΗΠΑ για την υποδοχή ατόμων από τη Δυτική Αφρική, οι ΗΠΑ ήραν τους περιορισμούς στην παροχή βίζας για τους πολίτες της. Το Εσουατίνι έλαβε 5,1 εκατομμύρια μετά τη σύναψη της συμφωνίας. Η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία «πείστηκε» όταν η Ουάσινγκτον έστειλε 85 εκατ. δολάρια σε μια διεθνή οργάνωση που ασχολείται με πρόσφυγες και μετανάστες. Η Ρουάντα δέχτηκε τη συμφωνία αφού οι ΗΠΑ δεσμεύτηκαν να δώσουν στη χώρα 8 εκατομμύρια μέσω μιας υπηρεσίας μετανάστευσης του ΟΗΕ προκειμένου να μπορέσει να διαχειριστεί το πρόβλημα με τις δικές της προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές. Υπάρχει μια συμφωνία στα σκαριά και με τη Σιέρα Λεόνε, με τις ΗΠΑ να στέλνουν στην κυβέρνηση της χώρας 1,5 εκατ. δολάρια, όπως δείχνει η έρευνα των Times.

Υπάρχει μάλιστα μια ιδιαίτερα κυνική πτυχή σε αυτήν την ιστορία την οποία επισημαίνει η αμερικανική εφημερίδα. «Αυτές οι προσπάθειες», γράφει, «συμβαίνει να γίνονται με φόντο το κενό στην εξωτερική βοήθεια που δημιουργήθηκε μετά την κατάργηση πέρυσι της Αμερικανικής Υπηρεσίας για τη Διεθνή Ανάπτυξη (USAID), γεγονός που προσφέρει στην Ουάσινγκτον έναν πολύ μεγαλύτερο μοχλό πίεσης». Ντόναλντ Τραμπ, πολλαπλά χυδαίος.