Και τι δεν είπε το στόμα του Ντόναλντ Τραμπ… Σε μια πολυδιαφημισμένη αλλά τελικά μάλλον ανούσια ομιλία το βράδυ της Τετάρτης ο πρόεδρος των ΗΠΑ παρουσιάστηκε ούτε λίγο ούτε πολύ ως υπερήρωας που παρέλαβε μια «νεκρή» χώρα από τον προκάτοχό του Τζο Μπάιντεν και τώρα «διορθώνει το χάλι». Διαβεβαίωσε όμως ότι οι ΗΠΑ είναι «έτοιμες για οικονομικό μπουμ που δεν ξαναείδε ποτέ ο κόσμος». Εξήρε το έργο της κυβέρνησής του και εξήγγειλε την καταβολή «πολεμικού πριμ» για σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο στρατιωτικούς την επόμενη εβδομάδα, το μόνο συγκεκριμένο πράγμα στην ουσία για το οποίο μίλησε.
Αυτά συμβαίνουν στο τραμπικό σύμπαν. Μόνο που η πραγματικότητα δεν συμφωνεί και τόσο μαζί του. Από τις μάλλον αρνητικές δημοσκοπήσεις μέχρι τις διαρροές στο μέχρι πρότινος αρραγές μέτωπο των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο, φαίνεται ότι σχεδόν έναν χρόνο μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο το ειδύλλιο με τους δικούς του (ψηφοφόρους και αιρετούς) περνάει κρίση.
«Ποιοι αγαπούν τον Τραμπ; Οπως φαίνεται, λιγότεροι από ποτέ» ήταν ο τίτλος προχθεσινής ανάλυσης του CNN. «Μια σειρά από πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο αριθμός των Αμερικανών που «επιδοκιμάζουν έντονα» το έργο του Τραμπ έχει πέσει σε έναν στους πέντε. Πρόκειται για ένα καινούργιο αρνητικό παράδειγμα για τη δεύτερη θητεία του» έγραφε το αμερικανικό δίκτυο. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τελευταία δημοσκόπηση του NBC News που έδειχνε το ποσοστό των πολιτών που «επιδοκιμάζουν έντονα» το κυβερνητικό έργο να έχει μειωθεί στο 21% από 26% που ήταν τον Απρίλιο.
Και τα δυσάρεστα νέα συνεχίζονται. Δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos που δημοσιοποιήθηκε προχθές δείχνει ότι μόνο το 33% των Αμερικανών εγκρίνουν την οικονομική πολιτική του Τραμπ. Σημειωτέον ότι η οικονομία ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο τον ψήφισαν πέρσι.
Το φράγμα αρχίζει να σπάει
Αναφερόμενη στην άλλοτε αμέριστη υποστήριξη των Ρεπουμπλικανών στον Τραμπ, η βουλεύτρια της Τζόρτζια, Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, εκτίμησε ότι «το φράγμα αρχίζει να σπάει». Η Τέιλορ Γκριν είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκπροσώπους του κινήματος MAGA και μέχρι πρότινος φανατική υποστηρίκτρια του Ντόναλντ Τραμπ. Οι σχέσεις τους χάλασαν όταν η βουλεύτρια έγινε μία από τους πρώτους Ρεπουμπλικανούς του Σώματος που συντάχθηκαν με το αίτημα των Δημοκρατικών για δημοσιοποίηση όλων των αρχείων σχετικά με την υπόθεση του καταδικασμένου παιδόφιλου και σωματεμπόρου Τζέφρι Επστιν, το οποίο τελικά εγκρίθηκε σχεδόν παμψηφεί.
Η υπόθεση Επστιν σηματοδότησε την πρώτη ηχηρή διαφοροποίηση Ρεπουμπλικανών από τη γραμμή της απόλυτης στήριξης στον πρόεδρο. Τα ρήγματα όμως συνεχίζονται. Τέσσερις Ρεπουμπλικανοί στη Βουλή των Αντιπροσώπων συντάχθηκαν με τους Δημοκρατικούς στην πρόταση για ψηφοφορία με στόχο την παράταση των επιδομάτων για την υγειονομική περίθαλψη. Αρκετοί Ρεπουμπλικανοί συμπλέουν επίσης με τους Δημοκρατικούς στην πρόταση ψηφίσματος που θα απαιτεί από τον Τραμπ να αποσύρει τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις από τα ανοιχτά της Βενεζουέλας. Και στη Γερουσία ο νέος αμυντικός προϋπολογισμός εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία. Πλην όμως εμπεριέχει τροπολογία που ορίζει παρακράτηση ύψους 25% στον προϋπολογισμό για τα ταξίδια του υπουργού Αμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, έως ότου δώσει στη δημοσιότητα το βίντεο από την επίθεση σε πλοιάριο στην Καραϊβική που σκότωσε δυο ναυαγούς οι οποίοι προσπαθούσαν να διασωθούν.
Ανησυχητικά σημάδια για τον Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα καθώς η χρονιά που μπαίνει θα είναι εκλογική. Οι ψηφοφόροι θα κληθούν να ψηφίσουν τα νέα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων και τα περισσότερα μέλη της Γερουσίας. «Οι ενδιάμεσες εκλογές θα είναι πολύ δύσκολες για τους Ρεπουμπλικανούς» εκτίμησε η Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, προσθέτοντας ότι με βάση τα σημερινά δεδομένα δεν τους βλέπει να κερδίζουν. Νέα ανάλυση από το CNN χθες συνέκλινε με αυτή την άποψη. «Το καλύτερο που μπορεί να ειπωθεί για την προσπάθεια του Τραμπ με την ομιλία της Τετάρτης», σχολίαζε το δίκτυο, «είναι ότι έκανε αυτό που κάνει πάντα: να απευθυνθεί στη βάση του. Αν οι πιο ενθουσιώδεις ψηφοφόροι του Τραμπ δεν πάνε να ψηφίσουν τον ερχόμενο Νοέμβριο, θα ναυαγήσουν οι ελπίδες των Ρεπουμπλικανών να διατηρήσουν την ισχνή τους πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων».
