Ωρες μετά τον θρίαμβο του Ζοχράν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη, τα κοινωνικά δίκτυα κατακλύστηκαν από το hashstag #Repeal the 19th, δηλαδή «καταργήστε τη 19η Τροπολογία», που έδωσε την ψήφο στις γυναίκες. Ο αντίπαλός του Αντριου Κόμο –που έχει κατηγορηθεί για σεξουαλική παρενόχληση τουλάχιστον 11 γυναικών, ως κλασικός εκπρόσωπος του «ματσίσμο» που θεωρεί το σώμα των γυναικών κτήμα των αντρών, καλή ώρα σαν τον Τραμπ που τον στήριξε– έχασε κατά κράτος, με τη γυναικεία ψήφο να αποδεικνύεται καταλυτική για την έκβαση της αναμέτρησης.
Ο 34χρονος Μαμντάνι, νέος, μουσουλμάνος, μετανάστης, σοσιαλιστής, με προτάσεις που εστιάζουν στα καθημερινά προβλήματα (όπως το κόστος ζωής, η απασχόληση, η στέγη, οι δωρεάν παιδικοί σταθμοί και μεταφορές) και με πρόγραμμα που αντί για τον φόβο που σπέρνουν οι ακροδεξιοί προσφέρει ελπίδα, απέσπασε το 82% της ψήφου των νέων γυναικών ηλικίας 18-29 ετών. Η νίκη του, που αποτελεί μια ηχηρή προειδοποίηση για τους Ρεπουμπλικανούς του Τραμπ αλλά και για το υπό παράλυση κατεστημένο των Δημοκρατικών, πυροδότησε αυτό το ψηφιακό κίνημα που ζητά να τιμωρηθούν οι γυναίκες για τις εκλογικές προτιμήσεις τους με τη στέρηση του δικαιώματος ψήφου.
Το «Repeal the 19th» είχε πρωτοεμφανιστεί στις εκλογές του 2016, όταν οι αναλύσεις των αποτελεσμάτων έδειξαν πως ο Τραμπ υπολειπόταν αρκετά στη γυναικεία ψήφο (οι άντρες τον ψήφισαν κατά 54% και οι γυναίκες κατά 41%) και πως αν ψήφιζαν μόνο οι γυναίκες θα είχε κερδίσει μακράν η Χίλαρι Κλίντον, ενώ αν ψήφιζαν μόνο οι άντρες, ο Τραμπ θα αποσπούσε μια συντριπτική νίκη αντί να πάρει 2,9 εκατομμύρια ψήφους λιγότερες από την Κλίντον. Ο Τραμπ μπορεί να κέρδισε την προεδρία γιατί είχε εξασφαλίσει περισσότερους εκλέκτορες, αλλά οι πιο ακραίοι οπαδοί του δεν συγχώρησαν τις γυναίκες και άρχισαν να ζητούν να μην τους επιτρέπεται πλέον να ψηφίζουν: «Η μόνη λύση είναι να τις κάνουμε να σωπάσουν».
Το ίδιο επαναλήφθηκε μετά τη νίκη του Μαμντάνι, όταν σε Χ, Instagram, TikTok, Reddit, όλα τα κοινωνικά δίκτυα, αναβίωσε το «Ακυρώστε τη 19η» μέσα από ένα κίνημα υπερσυντηρητικών μισογύνηδων αντρών, οπαδών του Τραμπ που διεκδικούν την αποκλειστικότητα της «σωστής» πολιτικής άποψης κα ψήφου. Τα μέσα κατακλύστηκαν με μηνύματα του στιλ «Είναι απλό: οι γυναίκες δεν είναι ποτέ χαρούμενες και ικανοποιημένες. Γι’ αυτό πρέπει να καταργήσουμε τη 19η Τροπολογία· τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλύτερα όταν ήταν αναγκασμένες να σωπαίνουν» ή «Οι γυναίκες ψηφίζουν με συναίσθημα, οι άντρες με λογική. Ψήφισαν τον τζιχαντιστή μαρξιστή Μαμντάνι για το χαμόγελό του και θέλουν να κοιμηθούν μαζί του… Καταργήστε τη 19η Τροπολογία», επιβάλλοντας μια δημόσια συζήτηση με κεντρικό ερώτημα αν «πρέπει να ψηφίζουν οι γυναίκες» και αποκλειστική απάντηση: Οχι.
Στην υπερσυντηρητική Αμερική της παντοκρατορίας του Τραμπ, που θέλει «Να κάνουμε ξανά μεγάλη την Αμερική», παραπέμποντας σε ένα ασαφές, θολό πλην «ένδοξο» παρελθόν, η επίκληση των «παλιών καλών εποχών» έχει γίνει πια του συρμού ανάμεσα στους αντιδραστικούς τραμπικούς. Και γι’ αυτό δεν είναι παράξενο που ανασύρουν από τη φαρέτρα τους επιχειρήματα που έχουν ξεπεραστεί από την επιστήμη και την κοινωνία, όπως η υποτιθέμενη «βιολογική συνθήκη» των γυναικών: υποστηρίζουν πως βιώνουν κάποιες ιδιαίτερες συνθήκες, βιολογικά λειτουργούν περισσότερο με το συναίσθημα παρά με τη λογική, σκέφτονται λιγότερο, δεν είναι τόσο αποφασιστικές… Είναι εύκολο και βολικό να επικαλούνται έναν βιολογικό ντετερμινισμό, λέει ο Χαβιέρ Καρμπονέλ, ερευνητής του Κέντρου Ευρωπαϊκής Πολιτικής EPC, γιατί έτσι φαίνεται πως νομιμοποιείται πιο εύκολα μια ρητορική που έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με τα πολιτικά δικαιώματα.
Για να χτίσουν το συνολικότερο οπισθοδρομικό οικοδόμημα που θέλουν να επιβάλουν υπό τη σημαία του τρίπτυχου «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», προπαγανδίζουν όχι μόνο ότι οι γυναίκες δεν είναι χρήσιμες στα δημόσια ζητήματα και στην πολιτική, αλλά και πως θα ήμασταν πολύ πιο ευτυχισμένες αν επιστρέφαμε σε ρόλους περασμένων αιώνων, χωρίς άποψη και με αποκλειστική ενασχόληση με το σπίτι και τη φροντίδα της οικογένειας. Κι αυτό είναι στοιχείο κλειδί στο αφήγημα που πουλάνε.
Αρκεί να δει κανείς το κίνημα των tradwives, των παραδοσιακών συζύγων, όπου νέες γυναίκες ντυμένες με την αισθητική της δεκαετίας του ’50 περιγράφουν στα κοινωνικά δίκτυα την τέλεια ζωή που περνούν στο σπίτι τους, κάνοντας καταχαρούμενες (και με άψογα νύχια και μαλλιά, σαν μόλις να επέστρεψαν από κομμωτήριο) τις δουλειές του νοικοκυριού, ανατρέφοντας πάντα με υπομονή τα πεντακάθαρα και με καλούς τρόπους παιδιά τους, μαγειρεύοντας περίτεχνες συνταγές και φροντίζοντας τον άντρα κουβαλητή· όλα με χαμόγελο, γαλήνη και μειλίχιο ύφος. Και με περισπούδαστους ακροδεξιούς «θεωρητικούς» να εξηγούν πως «πρόκειται για φεμινιστική πράξη, γιατί τις απελευθερώνει από τις κοινωνικές πιέσεις που τις θέλουν να μπορούν να τα κάνουν όλα ταυτόχρονα».
Για τον Καρμπονέλ αυτή η τακτική της εμφύσησης νοσταλγίας για έμφυλες σχέσεις προηγούμενων δεκαετιών, είναι πολύ αποτελεσματική, γιατί σε μια εποχή πολλαπλών κρίσεων προσελκύει όλο και περισσότερους απογοητευμένους ανθρώπους –ιδίως νέους– που βιώνουν την ανασφάλεια στην αγορά εργασίας, στην πρόσβαση στη στέγη, στις ρευστές σχέσεις, έτσι που η επιστροφή στους παραδοσιακούς ρόλους φαντάζει σαν μια λύση ασφάλειας και σταθερότητας.
Σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο, η Ακροδεξιά επαναφέρει το θέμα της γυναικείας ψήφου, περισσότερο συμβολικά παρά πραγματικά. Καθώς είναι πλέον κοινό δημοσκοπικό μυστικό πως η γυναικεία ψήφος είναι καταλυτική για να κερδηθούν εκλογές, στις ΗΠΑ του Τραμπ, εφόσον δίνει τη νίκη σε «λάθος» υποψήφιο, η λύση είναι να στερήσουν από τις γυναίκες αυτό το δικαίωμα, έναν αιώνα αφότου το κατάκτησαν.
