Η επικείμενη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να εστιάσει κυρίως στα εμπορικά ζητήματα μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, καθώς εκκρεμεί η απειλή του Αμερικανού προέδρου για την επιβολή υψηλών δασμών αν δεν υπάρξει συμφωνία έως την 1η Νοεμβρίου.
Σύμφωνα με το BBC, το ταξίδι του Τραμπ στην Ασία μπορεί να καθορίσει τη μελλοντική πορεία των σχέσεων ΗΠΑ – Κίνας και, κατ’ επέκταση της παγκόσμιας οικονομίας, με το εμπόριο και τους δασμούς να βρίσκονται στο επίκεντρο.
- Ο Τραμπ επιδιώκει συμφωνίες που θα ενισχύσουν τις αμερικανικές εξαγωγές και επενδύσεις
- Ο Σι επιχειρεί να διατηρήσει το πλεονέκτημα της Κίνας σε στρατηγικούς τομείς όπως οι σπάνιες γαίες και η τεχνολογία.
Η Κίνα είναι το κλειδί
Η επιδίωξη νέων εμπορικών συμφωνιών που θα ανοίξουν ευκαιρίες για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, ενώ θα συνεχιστεί η ροή δασμολογικών εσόδων στο αμερικανικό δημόσιο, αποτελεί βασικό στόχο του ταξιδιού του Τραμπ. Αν και υπάρχουν πολλοί παίκτες στο παγκόσμιο εμπορικό σκηνικό, η επιτυχία ή η αποτυχία του Τραμπ εξαρτάται από την Κίνα.
Όπως έχει αναγνωρίσει ο ίδιος ο πρόεδρος, οι υπέρογκοι δασμοί στις κινεζικές εισαγωγές δεν είναι βιώσιμοι. Παρότι δεν το έχει δηλώσει ανοιχτά, ένας παρατεταμένος οικονομικός πόλεμος με τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ θα είχε καταστροφικές συνέπειες, όχι μόνο για την Ουάσιγκτον και το Πεκίνο, αλλά και για την παγκόσμια οικονομία. Οι έντονες διακυμάνσεις στα αμερικανικά χρηματιστήρια κάθε φορά που οι δύο πλευρές δείχνουν να βρίσκονται σε αδιέξοδο, επιβεβαιώνουν αυτή την πραγματικότητα.
Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα θεωρήσει επιτυχία αν καταφέρει να ολοκληρώσει μια συμφωνία με τη Νότια Κορέα και να εξασφαλίσει νέες ιαπωνικές επενδύσεις στη βιομηχανία των ΗΠΑ.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη προτεραιότητά του είναι να πείσει τον Σι να επαναλάβει τις αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, να χαλαρώσει τους πρόσφατους περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, να επιτρέψει μεγαλύτερη πρόσβαση των αμερικανικών εταιρειών στην κινεζική αγορά και να αποφύγει μια πλήρη εμπορική αντιπαράθεση. Για τον Τραμπ, όπως λένε, «εκεί παίζεται όλο το παιχνίδι».
Το αδύναμο σημείο των ΗΠΑ
Από την πλευρά του, ο Σι Τζινπίνγκ επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο πιο σκληρός διαπραγματευτής. Γι’ αυτό και αξιοποιεί το ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί της Κίνας: τον έλεγχο στις σπάνιες γαίες, τα μέταλλα που είναι απαραίτητα για την παραγωγή ημιαγωγών, οπλικών συστημάτων, αυτοκινήτων και κινητών τηλεφώνων. Πρόκειται για ένα αδύναμο σημείο των ΗΠΑ, το οποίο το Πεκίνο εκμεταλλεύεται, όπως και την εξάρτηση των Αμερικανών αγροτών βασικής εκλογικής βάσης του Τραμπ από τις κινεζικές αγορές.
Ο Σι φαίνεται να έχει διδαχθεί από την πρώτη θητεία του Τραμπ και αυτή τη φορά η Κίνα δείχνει διατεθειμένη να αντέξει το βάρος των δασμών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που κάποτε απορροφούσαν το ένα πέμπτο των κινεζικών εξαγωγών, δεν αποτελούν πλέον τόσο κρίσιμη αγορά.
Ωστόσο, ο Κινέζος ηγέτης καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη σύγκρουση με την Ουάσιγκτον και στις εγχώριες προκλήσεις που αντιμετωπίζει: υψηλή ανεργία στους νέους, κρίση στην αγορά ακινήτων, αυξανόμενο χρέος των τοπικών κυβερνήσεων και έναν πληθυσμό διστακτικό να καταναλώσει.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το Πεκίνο ενδέχεται να προτείνει συμβιβασμό, εάν ο Τραμπ δεχθεί να χαλαρώσει τους περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης ή να μειώσει τη στρατιωτική υποστήριξη προς την Ταϊβάν. Η διαδρομή ως εκεί, ωστόσο, δεν θα είναι εύκολη. Ο Τραμπ μοιάζει συχνά πρόθυμος να ρισκάρει, ενώ ο Σι φαίνεται να παίζει ένα πολύ πιο μακροπρόθεσμο παιχνίδι.
Ιαπωνία και Νότια Κορέα
Η συνάντηση Τραμπ – Σι δίνει σήμα προόδου, ωστόσο οι δύο ηγέτες έχουν να αντιμετωπίσουν δύσκολα ζητήματα: από δασμούς και ελέγχους στις εξαγωγές, έως τον σκληρό ανταγωνισμό για την πρωτοκαθεδρία στην τεχνητή νοημοσύνη και την προηγμένη τεχνολογία. Κάθε αποκλιμάκωση θα ήταν ευπρόσδεκτη για τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, που βρίσκονται «παγιδευμένες» στη μέση. Οι οικονομίες τους είναι βαθιά συνδεδεμένες με τις αμερικανικές αλυσίδες εφοδιασμού, ενώ παράλληλα εξαρτώνται από τη ζήτηση της Κίνας. Οι δασμοί από 10% έως 40% απειλούν να πλήξουν τη βιομηχανία χωρών όπως το Βιετνάμ, η Ινδονησία, η Σιγκαπούρη και η Ταϊλάνδη.
Η κατάσταση αυτή μπορεί να επηρεάσει ακόμη και αμερικανικές εταιρείες όπως η Micron Technology, που διατηρεί εργοστάσια στη Μαλαισία και εξήγαγε πέρυσι ημιαγωγούς αξίας περίπου 10 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ το ένα πέμπτο των συνολικών εισαγωγών ημιαγωγών της χώρας.
Οι ανεπτυγμένες οικονομίες της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας αντιμετωπίζουν διαφορετικά διλήμματα. Αν και στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, βρίσκονται σε μια περίοδο αβεβαιότητας και θέλουν να «κλειδώσουν» τους όρους των δασμών και των επενδύσεων. Οι αυτοκινητοβιομηχανίες τους, που βλέπουν την αμερικανική αγορά ως ζωτικής σημασίας, προσπαθούν ήδη να πλοηγηθούν μέσα στο χάος.
Για την Ιαπωνία, η εβδομάδα αυτή είναι και μια πρώτη δοκιμασία για τη νέα πρωθυπουργό Σαναέ Τακαΐτσι, την οποία ο Τραμπ έχει χαρακτηρίσει «γυναίκα με μεγάλη δύναμη και σοφία». Η ικανότητά της να οικοδομήσει σταθερή σχέση συνεργασίας με τον Αμερικανό πρόεδρο θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για την ηγεσία της και για τον ρόλο της Ιαπωνίας στη μεταβαλλόμενη διεθνή τάξη.
Στην πρώτη της ομιλία στο κοινοβούλιο δεσμεύτηκε να αυξήσει τον αμυντικό προϋπολογισμό της χώρας, δείχνοντας πρόθεση να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος ασφαλείας στο πλευρό της Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ αναμένεται να πιέσει το Τόκιο να συμβάλει περισσότερο στη χρηματοδότηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων που σταθμεύουν στην Ιαπωνία περίπου 53.000 άνδρες, ο μεγαλύτερος αριθμός εκτός ΗΠΑ.
Οι δύο πλευρές επιδιώκουν να ολοκληρώσουν τη συμφωνία για τους δασμούς που είχε διαπραγματευτεί ο προκάτοχός της. Η συμφωνία, ιδιαίτερα επωφελής για τις ιαπωνικές αυτοκινητοβιομηχανίες Toyota, Honda και Nissan, προβλέπει μείωση των αμερικανικών εισαγωγικών δασμών από 27,5% σε 15%, καθιστώντας τα ιαπωνικά οχήματα πιο ανταγωνιστικά έναντι των κινεζικών.
Σε αντάλλαγμα, η Ιαπωνία έχει δεσμευθεί να επενδύσει 550 δισ. δολάρια στις ΗΠΑ για την ενίσχυση των εφοδιαστικών αλυσίδων στα φάρμακα και τους ημιαγωγούς, ενώ έχει συμφωνήσει να αυξήσει τις αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων κάτι που ικανοποιεί την Ουάσιγκτον αλλά προκαλεί ανησυχία στους Ιάπωνες αγρότες. Οι στενοί δεσμοί της Τακαΐτσι με τον εκλιπόντα πρώην πρωθυπουργό Σίνζο Άμπε, ο οποίος διατηρούσε ιδιαίτερα φιλική σχέση με τον Τραμπ, ενδέχεται να λειτουργήσουν υπέρ της.
Στη Νότια Κορέα, ο πρόεδρος Λι Τζε Μιουνγκ επικεντρώνεται κυρίως στους δασμούς του Τραμπ, αν και τα φώτα της δημοσιότητας στράφηκαν πρόσκαιρα στις φήμες ότι ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να επισκεφθεί τα σύνορα για να συναντήσει τον Κιμ Γιονγκ Ουν.
Ο Λι, που είχε χαρακτηρίσει τον Τραμπ «ειρηνοποιό» κατά τη συνάντησή τους τον Αύγουστο στον Λευκό Οίκο, προσπαθεί τώρα να πετύχει μείωση των αμερικανικών δασμών στις κορεατικές εξαγωγές από 25% σε 15%.
Οι διαπραγματεύσεις έχουν κολλήσει, καθώς ο Τραμπ ζητεί από τη Σεούλ να επενδύσει 350 δισ. δολάρια στις ΗΠΑ – ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο της κορεατικής οικονομίας και, σύμφωνα με την κυβέρνηση Λι, θα μπορούσε να προκαλέσει οικονομική κρίση.
Τις τελευταίες ημέρες, πάντως, Κορεάτες αξιωματούχοι εκφράζουν συγκρατημένη αισιοδοξία, κάνοντας λόγο για «χειροπιαστή πρόοδο». Ελπίζουν ότι μέχρι το τέλος της συνόδου κορυφής Τραμπ – Λι θα έχουν καταλήξει σε υπογεγραμμένη συμφωνία.
Και το Ουκρανικό στην ατζέντα
Όπως τόνισε ο Τραμπ, θα συζητήσει «τα πάντα» με τον Κινέζο πρόεδρο — ακόμη και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Παρά τις καλές του σχέσεις με τον Σι, το αίτημά του θεωρείται δύσκολο, καθώς το Πεκίνο παραμένει ο πιο στενός σύμμαχος της Μόσχας. Η Κίνα εξακολουθεί να υποστηρίζει τη Ρωσία οικονομικά και εμμέσως στρατιωτικά, βοηθώντας την να παρακάμπτει τις δυτικές κυρώσεις. Οι δύο χώρες, άλλωστε, χαρακτηρίζουν τη συνεργασία τους «αιώνια φιλία».
Ο Τραμπ, ο οποίος έχει εκφράσει επανειλημμένα την απογοήτευσή του για τη στάση της Ρωσίας, δηλώνει αποφασισμένος να συμβάλει στον τερματισμό του πολέμου, παραδεχόμενος ωστόσο ότι το έργο αυτό αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι είχε αρχικά υπολογίσει.
Παράλληλα, ανακοίνωσε νέες κυρώσεις σε δύο μεγάλες ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες, τις πρώτες άμεσες ενέργειες της κυβέρνησής του κατά της Μόσχας με αφορμή τον πόλεμο.
Το BBC επισημαίνει ότι οι δηλώσεις του Τραμπ έγιναν ύστερα από μια δύσκολη περίοδο για το Κίεβο: οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να παραδώσουν πυραύλους Tomahawk, η ΕΕ δεν αποδέσμευσε τα παγωμένα ρωσικά κεφάλαια για την ουκρανική άμυνα, ενώ σημειώθηκαν και νέες αιματηρές επιθέσεις.
