Πέντε χρόνια συμπληρώθηκαν από τον θάνατο και τη φράση που συγκλόνισαν τις ΗΠΑ και τον κόσμο. Από το «I can’t breathe» («Δεν μπορώ να ανασάνω») που ξεστόμισε πολλές φορές ο Τζορτζ Φλόιντ προτού ξεψυχήσει. Ενας λευκός αστυνομικός ήταν γονατισμένος πάνω στον λαιμό του άτυχου μαύρου άντρα που λίγο νωρίτερα είχε πληρώσει σε ένα κατάστημα με πλαστό χαρτονόμισμα. Αλλοι δύο αστυνομικοί τον βοηθούσαν να ακινητοποιήσει τον 46χρονο Φλόιντ κι ένας τέταρτος εμπόδιζε τον κόσμο να πλησιάσει. Ολη η φονική βαρβαρότητα των τεσσάρων αστυνομικών από τη Μινεάπολη καταγεγραμμένη σε ένα βίντεο 9 λεπτών και 26 δευτερολέπτων που τράβηξε με το κινητό της μια περαστική. Ενα βίντεο που έκανε τον γύρο του κόσμου, μην αφήνοντας καμία αμφιβολία για το τι είχε πραγματικά συμβεί, και μία φράση που έγινε σύνθημα και προτροπή για φυλετική ισότητα και δικαιοσύνη: «Δεν μπορώ να ανασάνω».
Την Κυριακή 25 Μαΐου, ανήμερα της πέμπτης επετείου από τη δολοφονία, έγιναν εκδηλώσεις μνήμης στη Μινεάπολη και στο Χιούστον του Τέξας, την πόλη όπου γεννήθηκε και κηδεύτηκε ο Φλόιντ. Ομως, το πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό πέντε χρόνια μετά τις μαζικές πορείες διαμαρτυρίας και την ενδυνάμωση του κινήματος Black Lives Matter (οι ζωές των μαύρων μετράνε) δεν είναι ελπιδοφόρο. Ναι μεν ο Ντέρεκ Σόβιν, ο αστυνομικός που τον δολοφόνησε, και οι τρεις συνένοχοί του βρίσκονται στη φυλακή, τείνουν όμως να γίνουν οι εξαιρέσεις στον γενικότερο κανόνα της ατιμωρησίας ή της επιείκειας με την οποία αντιμετωπίζονται αστυνομικοί που σκοτώνουν ή κακοποιούν σε ώρα υπηρεσίας.
Οι λίγες και δειλές μεταρρυθμίσεις που επιχειρήθηκαν στον τομέα της φυλετικής ισότητας και της καταπολέμησης της αστυνομικής βίας κινδυνεύουν να χαθούν. Η υποστήριξη του κόσμου απέναντι στο κίνημα για τη μεταρρύθμιση της αστυνομίας και στο Black Lives Matter έχει ατονήσει. Ο δε ακροδεξιός τυφώνας Τραμπ με το που ανέλαβε ξήλωσε τα προγράμματα DEI (diversity, equity and inclusion) που προωθούσαν τη διαφορετικότητα, την ισότητα και τη συμπερίληψη στον δημόσιο τομέα, ασκώντας παράλληλα έντονες πιέσεις και στον ιδιωτικό προς αυτή την κατεύθυνση.
Ελπίδες που διαψεύστηκαν
«Ο κόσμος πίστευε πραγματικά ότι εκείνες οι μαζικές διαμαρτυρίες, εκείνες οι μεγάλες, πολυφυλετικές διαμαρτυρίες, θα ήταν σημείο καμπής στον αγώνα για δικαιοσύνη σε φυλετικά ζητήματα. Και όντως ήταν, όχι όμως με τον τρόπο που περίμενε», λέει στη Washington Post ο Χακίμ Τζέφερσον, βοηθός καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ.
Είναι εμφανής η αλλαγή που καταγράφει στην κοινή γνώμη η General Social Survey, εταιρεία κοινωνιολογικών ερευνών που ιδρύθηκε το 1972 με έδρα το Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, το 2021, έναν χρόνο μετά τη δολοφονία του Φλόιντ, το 55% των Αμερικανών θεωρούσε ότι οι φυλετικές διακρίσεις είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο οι Αφροαμερικανοί έχουν συνήθως χειρότερες δουλειές, στέγη και χαμηλότερα εισοδήματα συγκριτικά με τους λευκούς. Ηταν μάλιστα η πρώτη φορά από το 1977 που η πλειοψηφία των Αμερικανών έδινε αυτή την απάντηση. Το 2024 το ποσοστό είχε πέσει στο 45%.
Δεν ήρθε από το πουθενά η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος την περασμένη Τετάρτη διέταξε το υπουργείο Δικαιοσύνης να κλείσει τις έρευνες που είχε ξεκινήσει επί κυβέρνησης Μπάιντεν σε αστυνομικά τμήματα διαφόρων πόλεων όπου υπήρχαν καταγγελίες για συστηματική παραβατική συμπεριφορά αστυνομικών. Το επιχείρημά του ήταν ότι τα ευρήματα οφείλονταν σε «ελαττωματικές μεθοδολογίες και ελλιπή στοιχεία», ενώ κυβερνητικοί αξιωματούχοι έκαναν λόγο για καταστάσεις που «φορούσαν χειροπέδες» στην τοπική αστυνομία.
«Φτύσιμο στον τάφο του Τζορτζ Φλόιντ» χαρακτήρισε εκείνη την ενέργεια ο παλαίμαχος αγωνιστής για τα πολιτικά δικαιώματα, αιδεσιμότατος Αλ Σάρπτον, στην κυριακάτικη ομιλία του στην εκδήλωση μνήμης στο Χιούστον για τον Φλόιντ, πρώην οδηγό φορτηγού, σεκιουριτά και μετανοημένο μικροπαραβάτη, ο οποίος είχε βρει καταφύγιο στη θρησκεία.
Είπε όμως και κάτι άλλο ο Σάρπτον, ότι η κοινωνία των πολιτών θα δώσει την απάντηση. «Ο λόγος που δεν θα αποθαρρυνθούμε», πρόσθεσε ο Σάρπτον, «είναι ότι ο Τραμπ ήταν πρόεδρος όταν συνέβη αυτό με τον Τζορτζ Φλόιντ και δεν έκανε τίποτα τότε. Εμείς κινήσαμε τα πράγματα. Κι εμείς θα τα κινήσουμε ξανά».
