Στις 18 Ιουνίου 1972 η Washington Post δημοσίευσε ένα εκρηκτικό πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ που, δύο χρόνια μετά, εξώθησε σε παραίτηση τον Ρεπουμπλικανό πρόεδρο των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον. Ηταν η απόπειρα των μυστικών υπηρεσιών να παγιδεύσουν τα τηλέφωνα του αντίπαλου Δημοκρατικού Κόμματος στο μέγαρο Γουοτεργκέιτ στην Ουάσινγκτον.
Η διεθνής κοινή γνώμη υποκλίθηκε στην αδέκαστη εφημερίδα, οι ρεπόρτερ Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπερνστίν έμειναν στην Ιστορία, το Χόλιγουντ με την ταινία «Ολοι οι άνθρωποι του προέδρου» ανέλαβε τα υπόλοιπα.
Πάνε αυτά. Από το 2013 τη Washington Post έχει αγοράσει ο Τζεφ Μπέζος, ιδιοκτήτης της Amazon, της μεγαλύτερης στον κόσμο πλατφόρμας λιανικών πωλήσεων (και όχι μόνο), καθώς και της εταιρείας διαστημικής τεχνολογίας Blue Origin.
Τρίτος πλουσιότερος άνθρωπος στη Γη, με τον Ιλον Μασκ στην πρώτη θέση και τον Μαρκ Ζάκερμπεργκ στη δεύτερη, ο Μπέζος δυσανασχετεί με το πιο πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο της εφημερίδας: την πολιτική της ανεξαρτησία.
Το φθινόπωρο του 2024 πάγωσε τους πάντες απαγορεύοντας στη διεύθυνση να στηρίξει δημοσίως (endorsement) τη Δημοκρατική υποψήφια για τον Λευκό Οίκο, Κάμαλα Χάρις. Αρκετοί διευθυντές, αρχισυντάκτες και συντάκτες παραιτήθηκαν και περισσότεροι από 300.000 συνδρομητές διέκοψαν τη συνδρομή τους.
Ο 60χρονος Μπέζος, που δηλώνει ότι η εφημερίδα «εκφράζει όλη την Αμερική», εξώθησε επίσης σε παραίτηση την πολιτική γελοιογράφο Αν Τελνές αρνούμενος να δημοσιεύσει σκίτσο που έδειχνε Αμερικανούς μεγαλοεπιχειρηματίες –ανάμεσά τους και τον ίδιο…– να «προσκυνάνε» τον Ντόναλντ Τραμπ.
Τώρα ο μέγας λογοκριτής Τζεφ Μπέζος έκανε άλλο ένα βήμα προς τον αυταρχισμό και τη δημοσιογραφική αναξιοπιστία. Ανακοίνωσε μέσω e-mail σε όλο το προσωπικό ότι η στήλη των άρθρων, πεδίο ελεύθερης έκφρασης εδώ και δεκαετίες, θα δημοσιεύει πλέον μόνο κείμενα που «υποστηρίζουν και υπερασπίζονται δύο πυλώνες: τις προσωπικές ελευθερίες και τις ελεύθερες αγορές. Φυσικά θα καλύπτουμε και άλλα θέματα, αλλά τις απόψεις που αντιτίθενται σε αυτούς τους δύο πυλώνες θα τις αφήνουμε να τις δημοσιεύουν άλλοι».
Η είδηση δεν αποτέλεσε κεραυνό εν αιθρία για όσους παρακολουθούν τη μεθοδική (ακρο)δεξιά στροφή του Μπέζος, ο οποίος είχε συμβάλει με ένα εκατομμύριο δολάρια στα έξοδα της ορκωμοσίας του Τραμπ για τη δεύτερη προεδρική θητεία. Προκάλεσε όμως την ακαριαία παραίτηση του εμπειρότατου Ντέιβιντ Σίπλεϊ, μέχρι τώρα αρχισυντάκτη των σελίδων με τα άρθρα γνώμης.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Μπέζος… αυτολιβανίστηκε στο ίδιο e-mail σαν μαχητής της ελευθερίας. «Είμαι βέβαιος ότι οι ελεύθερες αγορές και οι προσωπικές ελευθερίες είναι κάτι που ταιριάζει στην Αμερική.
Πιστεύω επίσης ότι αυτές οι απόψεις δεν εξυπηρετούνται επαρκώς στην τρέχουσα αγορά ιδεών και απόψεων γνώμης. Είμαι ενθουσιασμένος που θα καλύψουμε αυτό το κενό», έγραψε.
«Δεν έχω καμία αμφιβολία. Ο Μπέζος το κάνει αυτό γιατί φοβάται τις πιθανές συνέπειες στις άλλες επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Την Amazon, βασική πηγή του πλούτου του, και την Blue Origin, που καθρεφτίζει το ισόβιο πάθος του για την εξερεύνηση του Διαστήματος», εξηγεί ο Μάρτιν Μπάρον, πρώην διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας. Ο Μπάρον παραιτήθηκε το 2021 και το 2023 κυκλοφόρησε τα απομνημονεύματά του με τίτλο «Σύγκρουση εξουσίας: ο Τραμπ, ο Μπέζος και η Washington Post».
Με πτυχίο ηλεκτρολόγου μηχανολόγου από το Πρίνστον και σπουδές πληροφορικής, ο Μπέζος στη δεκαετία του ’90 καβάλησε από τους πρώτους το κύμα των διαδικτυακών πωλήσεων, ξεκινώντας από τα βιβλία και καταλήγοντας σε δεκάδες online υπηρεσίες, από ψηφιακή αποθήκευση στο cloud μέχρι τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης (AI), χωρίς να παραλείπει τις χρηματοπιστωτικές επενδύσεις.
Αν κάποτε ο Στιβ Τζομπς και ο Μπιλ Γκέιτς εξέφραζαν μια «προοδευτική» τεχνολογική επανάσταση που θα υπηρετούσε τις ανθρώπινες ανάγκες, η σημερινή τριάδα Μασκ – Ζάκερμπεργκ – Μπέζος βάζει πάνω απ’ όλα τα κέρδη και το μερίδιό της στη νομή της πολιτικής εξουσίας – στις ΗΠΑ και στον πλανήτη.
Δύο βασικά ερωτήματα
Θα συνεχιστεί άραγε η συνεργασία της Washington Post με καθιερωμένους «αριστερόστροφους» αρθρογράφους; Αυτό είναι ένα από τα δύο βασικά ερωτήματα που προέκυψαν από την εργοδοτική ντιρεκτίβα του Μπέζος. Η άτυπη λίστα περιλαμβάνει ονόματα πρώτης γραμμής, όπως ο δημοφιλής 70χρονος Αφροαμερικανός πολιτικός αναλυτής Γιουτζίν Ρόμπινσον, τα άρθρα του οποίου αναδημοσιεύονται σε 262 εφημερίδες, η 40χρονη κοινωνική ανθρωπολόγος Κάθριν Ράμπελ, η οποία προ ημερών προκάλεσε on camera έναν υπερσυντηρητικό τηλεπαρουσιαστή «να χαιρετήσει ναζιστικά όπως ο Ιλον Μασκ» και εκείνος δεν τόλμησε, καθώς και ο βετεράνος σχολιαστής Ε.Τζ. Ντιόν, συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του ευπώλητου βιβλίου «Γιατί οι Αμερικανοί μισούν την πολιτική» (1991).
Το δεύτερο ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό η λογοκριτική λαίλαπα θα επηρεάσει την κάλυψη της τρέχουσας ειδησεογραφίας. Παρά τις πρωτοβουλίες του ιδιοκτήτη, οι περισσότεροι συντάκτες και αρχισυντάκτες διατηρούν την παραδοσιακά φιλελεύθερη (όχι «νεοφιλελεύθερη»…) οπτική της εφημερίδας διαχειριζόμενοι το καθημερινό μαγκανοπήγαδο των ειδήσεων.
