Τι δουλειά έχει στο υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών ένας ακροδεξιός βουλευτής από τη Φλόριντα που ανακρίνεται για κατάχρηση δημόσιου χρήματος, δωροδοκία, σεξ με ανήλικη, χρήση ναρκωτικών ουσιών, απόπειρα παραπλάνησης του FBI και της Γερουσίας; Ενας τύπος που διακηρύσσει ότι οι φυλακισμένοι οπαδοί του Ντόναλντ Τραμπ που αιματοκύλησαν το Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021 πρέπει να αθωωθούν, «γιατί το Σύνταγμα δίνει στους πολίτες τη δυνατότητα να εξεγερθούν ένοπλα εναντίον της κυβέρνησης εάν είναι απαραίτητο»;
Αυτή τη φορά ο Τραμπ το παράκανε. Σοκαρίστηκαν και οι Ρεπουμπλικανοί με τον νέο εκλεκτό του για τη θέση του ομοσπονδιακού γενικού εισαγγελέα, δηλαδή του υπουργού Δικαιοσύνης, τον 42χρονο Ματ Γκετς. «Γεράκια» όπως ο πολεμοχαρής πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Τραμπ, Τζον Μπόλτον, και ο βουλευτής του Οχάιο, Μαξ Μίλερ, ξεσπάθωσαν. «Πρέπει να είναι ο χειρότερος υποψήφιος για κυβερνητικό πόστο στην ιστορία της Αμερικής», είπε ο Μπόλτον.
«Είναι ριψοκίνδυνη και ανόητη η επιλογή του προέδρου», έκανε ρελάνς ο Μίλερ. Και προέβλεψε την πρώτη ντροπιαστική ήττα του Τραμπ, τον οποίον κατά τα άλλα στηρίζει, αν ο διορισμός του Γκετς συζητηθεί στη Γερουσία. «Περισσότερες πιθανότητες έχει ο Γκετς να δειπνήσει με τη βασίλισσα Ελισάβετ Β’ της Αγγλίας (σ.σ.: απεβίωσε το 2022…), παρά να τον εγκρίνει η Γερουσία. Θα υπάρξουν αντιδράσεις και από τα δύο κόμματα», δήλωσε σαρκαστικά.
«Δεν νομίζω ότι είναι σοβαρή υποψηφιότητα. Χρειαζόμαστε έναν σοβαρό γενικό εισαγγελέα, αυτός δεν είναι πρόσωπο που με ενθουσιάζει», γκρίνιαξε και η γερουσιαστής Λάιζα Μαρκόφκι, Ρεπουμπλικανή από την Αλάσκα.
Με 53 έδρες σε σύνολο 100, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα πλειοψηφεί στη Γερουσία. Ορισμένοι αναλυτές προβλέπουν σκληρή μάχη και ρεπουμπλικανική «ανταρσία», αλλά δεν λείπουν οι πολιτικά συντηρητικοί Δημοκρατικοί, που μπορεί να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ του Γκετς.
Πέντε αποστολές για έναν πρόθυμο
Αν τελικά αναλάβει το πόστο, ο επικοινωνιακά θεατρίνος και φωνακλάς Γκετς θα πέσει στη φωτιά για τον πρόεδρό του αλλά και για την πάρτη του. Πέντε είναι οι αποστολές που θα αναλάβει πρόθυμα, με άδηλα προς το παρόν αποτελέσματα.
Πρώτον, να «καθαρίσει» τον 78χρονο Τραμπ απ’ τις δικαστικές του εκκρεμότητες, βάζοντας στο αρχείο δωροδοκίες, σεξουαλικά σκάνδαλα, αντιδημοκρατική δραστηριότητα κ.λπ. Δεύτερον, να κυνηγήσει δικαστικά τους αντιπάλους του Τραμπ: εισαγγελείς, εφοριακούς, δημόσιους λειτουργούς και Δημοκρατικούς πολιτικούς. Τρίτον, να πάψει τις ποινικές διώξεις κατά των εισβολέων του Καπιτωλίου. Τέταρτον, να υψώσει νομικό τείχος απέναντι σε κάθε είδους πολιτικές διεκδικήσεις, από την άμβλωση και την προστασία των μεταναστών μέχρι τις φιλοπαλαιστινιακές δράσεις στα πανεπιστήμια. Και, πέμπτον, να… σώσει το αμαρτωλό σαρκίο του: να διακόψει, με την προεδρική ευλογία, και τις εναντίον του ανακρίσεις. Γι’ αυτό, εξάλλου, παραιτήθηκε από βουλευτής «καπάκι» μετά την ανακοίνωση του ονόματός του, για να μεταφερθούν οι ανακρίσεις απ’ τη Βουλή των Αντιπροσώπων στην τακτική Δικαιοσύνη.
Πού το βρήκε αυτό το κελεπούρι ο Τραμπ; Στην αγαπημένη του Φλόριντα, όπου στην τοπική πολιτική σκηνή δραστηριοποιούνταν και ο παππούς και ο πατέρας Γκετς, αμφότεροι Ρεπουμπλικανοί. Το 2018, ο Ματ Γκετς πρότεινε τον μεγιστάνα ως υποψήφιο για το βραβείο Νομπέλ Ειρήνης, δήθεν γιατί «τα βρήκε» με τον Βορειοκορεάτη δικτάτορα Κιμ Γιονγκ Ουν. Πολύ πιο πρόσφατα, φέτος τον Σεπτέμβριο, ο νομικός Γκετς προετοίμασε τον Τραμπ για το ντιμπέιτ με την Δημοκρατική υποψήφια πρόεδρο Κάμαλα Χάρις, ιδίως σχετικά με το «αγκάθι» των δικαστικών περιπετειών.
Κατά τ’ άλλα, η πολύχρωμη παρέλαση ακροδεξιών, υπερπατριωτών και, κυρίως, πιστών στον πρόεδρο υποψήφιων στελεχών της κυβέρνησης, πλησιάζει στο τέλος της, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί απέκτησαν και τον πλήρη έλεγχο του Κογκρέσου. Μετά την επιλογή του Τζον Ράτκλιφ ως επικεφαλής της CIA και της μετανοημένης πρώην βουλεύτριας των Δημοκρατικών, Τούλσι Γκάμπαρντ, ως επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, μόνο ένα υψηλό πόστο μένει κενό: το υπουργείο Οικονομικών. Για τη θέση του «τσάρου της οικονομίας» ακούγονται τα ονόματα δύο εκατομμυριούχων, του τραπεζίτη Χάουαρντ Λούτνικ και του επενδυτή Σκοτ Μπέσεντ.
