Συμφώνησαν στο ότι διαφωνούν, αλλά θα συνεχίσουν να τα λένε. Ο Τζο Μπάιντεν και ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχαν χθες βιντεοδιάσκεψη εν μέσω της εντεινόμενης ρωσο-ουκρανικής κρίσης.
Μετά την παρθενική τους συνάντηση τον περασμένο Ιούνιο στη Γενεύη, οι πρόεδροι ΗΠΑ και Ρωσίας συνομίλησαν για περισσότερες από δύο ώρες μέσω ασφαλούς γραμμής βιντεοκλήσης η οποία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά, ο πρώτος από τον Λευκό Οίκο και ο δεύτερος από την κατοικία του στο Σότσι. Στη συνέχεια, ο Μπάιντεν επρόκειτο να ενημερώσει τηλεφωνικά για τις εξελίξεις τον πρόεδρο της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, τη Γερμανίδα απερχόμενη καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ και τους πρωθυπουργούς της Ιταλίας και της Βρετανίας Μάριο Ντράγκι και Μπόρις Τζόνσον.
Από πλευράς Κρεμλίνου ανακοινώθηκε ότι ο Πούτιν ζήτησε εγγυήσεις για τη μη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς. Η Μόσχα, σύμφωνα με το επίσημο ανακοινωθέν, χαρακτήρισε «ειλικρινή και επαγγελματική την ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των δύο προέδρων, οι οποίοι (…) θα συνεχίσουν τον διάλογο και τις αναγκαίες επαφές». Απέρριψε τις «υποτιθέμενα απειλητικές κινήσεις των Ρώσων στρατιωτών κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία» και εξέφρασε «σοβαρές ανησυχίες» για τις «προκλητικές ενέργειες» του Κιέβου στην περιοχή του Ντονμπάς, στην ανατολική Ουκρανία.
Και οι δύο πρόεδροι, σύμφωνα με το Κρεμλίνο, συμφώνησαν ότι η συνεργασία των χωρών τους δεν βρίσκεται σε ικανοποιητικό επίπεδο, ενώ ο Πούτιν πρότεινε στον Μπάιντεν να αρθούν οι περιορισμοί στη λειτουργία των διπλωματικών αποστολών τους. Τέλος, οι δυο τους εξέφρασαν την ελπίδα ότι οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν θα οδηγήσουν σε λύσεις αποδεκτές από όλους.
Το λιτό ανακοινωθέν του Λευκού Οίκου έλεγε ουσιαστικά αυτά που περιμέναμε να ακούσουμε βάσει προηγούμενων δηλώσεων και διαρροών. Σύμφωνα με αυτό λοιπόν, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν εξέφρασε τη βαθιά ανησυχία των ΗΠΑ και των Ευρωπαίων συμμάχων για την ανάπτυξη ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων στα σύνορα με την Ουκρανία και προειδοποίησε ότι θα υπάρξουν οικονομικά και άλλα αντίποινα αν προκύψει στρατιωτική κλιμάκωση.
Ο Μπάιντεν τόνισε τη στήριξή του στην ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας και ζήτησε την επιστροφή στη διπλωματία. Οι δύο ηγέτες συζήτησαν επίσης θέματα στρατηγικής σταθερότητας, τις κυβερνοεπιθέσεις για καταβολή λύτρων και τη συνεργασία τους σε περιφερειακά θέματα, όπως το Ιράν. Τέλος, ανέθεσαν στις ομάδες τους να συνεχίσουν τις επαφές.
Λίγες περισσότερες λεπτομέρειες έδωσαν στη συνέχεια στην ενημέρωσή τους προς τους δημοσιογράφους η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τζεν Ψάκι και ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Τζέικ Σάλιβαν. Ο Μπάιντεν υπήρξε «ευθύς και ειλικρινής» προς τον Ρώσο ηγέτη, είπε χθες ο Σάλιβαν, χαρακτηρίζοντας «χρήσιμη» τη συνάντηση. Ανακοίνωσε πως αύριο ο Αμερικανός πρόεδρος θα ενημερώσει τηλεφωνικά τον Ουκρανό ομόλογό του Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
«Αυτό που έκανε σήμερα ο Μπάιντεν ήταν να του εξηγήσει πολύ ξεκάθαρα τις συνέπειες αν επιλέξει να κάνει κάποια κίνηση», είπε. «Θα σας κοιτάξω στα μάτια και θα σας πω, όπως ο πρόεδρος Μπάιντεν κοίταξε τον πρόεδρο Πούτιν στα μάτια σήμερα και του είπε πως όσα δεν κάναμε το 2014, είμαστε έτοιμοι να τα κάνουμε σήμερα», πρόσθεσε σε τόνο πομπώδη και μάλλον κωμικό στα αυτιά ενός ουδέτερου παρατηρητή.
Η ουσία
Πέρα από τα μεγάλα λόγια που λέγονται για επικοινωνιακούς σκοπούς, πόσα είναι διατεθειμένος να κάνει ο Μπάιντεν που δεν έκανε ως αντιπρόεδρος -και ο Μπαράκ Ομπάμα ως πρόεδρος- το 2014, όταν η Ρωσία προσάρτησε την Κριμαία; Και σκοπεύει πραγματικά η Μόσχα να εισβάλει στην Ουκρανία, κατά πάσα πιθανότητα τον ερχόμενο Ιανουάριο, όπως ισχυρίζονται Ουκρανοί αξιωματούχοι και όπως έγραφε προ ημερών ρεπορτάζ της Washington Post επικαλούμενο πηγές των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών; Η Ρωσία διαψεύδει κατηγορηματικά αυτά τα σενάρια. Τονίζει όμως ότι γι’ αυτήν αποτελεί «κόκκινη γραμμή» τυχόν στενότερη εμπλοκή της Ουκρανίας με το ΝΑΤΟ.
Από αμερικανικής πλευράς, παρ’ όλο που δεν λείπουν οι αναλύσεις που υιοθετούν το σενάριο της ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης, πολλοί είναι αυτοί που ερμηνεύουν την κλιμάκωση στα σύνορα ως τον τρόπο της Μόσχας να τονίσει τις «κόκκινες γραμμές» της. Κανένας, παράλληλα, δεν πιστεύει πως η Ουάσινγκτον θα επιχειρήσει να βοηθήσει στρατιωτικά την Ουκρανία, αν τελικά υλοποιηθεί το χειρότερο σενάριο. «Οι οικονομικές κυρώσεις είναι το ισχυρότερο όπλο στη φαρέτρα της», έγραφε χθες το Associated Press.
Πριν από το τετ α τετ με τον Πούτιν μάλιστα, ο Μπάιντεν είχε απειλήσει πως για τη Ρωσία θα υπάρξει «πολύ πραγματικό κόστος» αν τολμήσει να κινηθεί κατά της Ουκρανίας. Αυτές οι οικονομικές κυρώσεις θα μπορούσαν να στοχεύουν τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ρωσίας και τη δυνατότητα της Μόσχας να μετατρέπει τα ρούβλια σε δολάρια και άλλα νομίσματα. Φυσικά, στο τραπέζι βρίσκεται πάντα και το μπλοκάρισμα της κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2, μια υπόθεση που περνά πια στα χέρια της νέας κυβέρνησης της Γερμανίας. Ο Τζέικ Σάλιβαν, εξάλλου, στην ενημέρωσή του, το είπε ευθαρσώς: «Πράγματι, είναι ένας μοχλός για τη Δύση, επειδή αν ο Βλαντίμιρ Πούτιν θέλει να δει να ρέει φυσικό αέριο σε αυτόν τον αγωγό, ίσως δεν θέλει να αναλάβει το ρίσκο να εισβάλει στην Ουκρανία».
