Μπορούν οι ΗΠΑ και η Κίνα να ανταγωνίζονται για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία -για τη διατήρησή της οι μεν, για την κατάκτησή της η δε- χωρίς να διολισθήσουν σε σύγκρουση;
Το ερώτημα πλανιόταν χθες και θα συνεχίσει να πλανάται, λίγες ώρες αφότου οι πρόεδροι των ΗΠΑ και της Κίνας, Τζο Μπάιντεν και Σι Τζινπίνγκ -δύο γνώριμοι από παλιά, επί θητειών τους στις εθνικές αντιπροεδρίες- είχαν προγραμματίσει για σήμερα τα ξημερώματα ώρα Ελλάδας την πρώτη μεταξύ τους σύνοδο κορυφής. Εστω και μέσω βιντεοκλήσης…
Είχαν προηγηθεί δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες των δύο ηγετών -μία τον Φεβρουάριο και μία τον Σεπτέμβριο- καθώς και η συνάντηση υψηλόβαθμων αξιωματούχων των κυβερνήσεών τους, τον Μάρτιο, στην Αλάσκα.
Μόλις την περασμένη εβδομάδα, εν τω μεταξύ, οι ΗΠΑ και η Κίνα εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση για την κλιματική αλλαγή, αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις για περαιτέρω μέτρα επιβράδυνσης της υπερθέρμανσης του πλανήτη αυτή τη δεκαετία και μείωση των εκπομπών άνθρακα και μεθανίου.
Αν και λακωνική, η κοινή δήλωση προθέσεων των δύο κορυφαίων οικονομιών και ρυπαντών του πλανήτη ήταν αρκούντως ενδεικτική μιας αμοιβαίας προθυμίας για συνεργασία σε κοινές προκλήσεις.
Ακόμη περισσότερα είναι, βέβαια, αυτά που τις χωρίζουν: από το εμπόριο, την τεχνολογική καινοτομία και την κυβερνοασφάλεια έως τα πυρηνικά (υπό τη «σκιά» και του πρόσφατου αμυντικού συμφώνου AUKUS μεταξύ ΗΠΑ, Βρετανίας και Αυστραλίας, που αναμένεται να ωθήσει σε νέα κούρσα εξοπλισμών στην περιοχή Ασίας/Ειρηνικού), τα ανθρώπινα δικαιώματα και -ίσως το πιο ακανθώδες από όλα- την Ταϊβάν, την οποία η Κίνα θεωρεί επαρχία της και οι ΗΠΑ την εξοπλίζουν.
«Το ζήτημα της Ταϊβάν είναι η απόλυτη κόκκινη γραμμή της Κίνας», έγραφαν χθες οι Global Times, που απηχεί τις θέσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας. «Προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος μιας στρατηγικής σύγκρουσης», υπογράμμιζαν, «οι ΗΠΑ πρέπει να κάνουν ένα βήμα πίσω στο ζήτημα και να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση».
Οι αμερικανικές αξιώσεις είναι ανάλογες -όπως υπέδειξαν και οι πρόσφατες δηλώσεις Μπάιντεν ότι η Ουάσινγκτον θα υπερασπιστεί το νησί σε περίπτωση επίθεσης της Κίνας, παρά την επίσημη γραμμή περί «στρατηγικής ασάφειας» που διατηρεί εδώ και δεκαετίες έναντι της Ταϊβάν ο Λευκός Οίκος.
Τούτων λεχθέντων, τόσο το Πεκίνο όσο και η Ουάσινγκτον χαμήλωσαν εξ αρχής τον πήχη των προσδοκιών για τη σινο-αμερικανική σύνοδο κορυφής, όπου αμφότεροι οι ηγέτες προσέρχονταν επιχειρώντας να εμφανιστούν από θέση ισχύος, ενώ έχουν πολλά ανοιχτά μέτωπα στο εσωτερικό των ίδιων των χωρών τους.
Ο μεν 78χρονος Μπάιντεν είχε μόλις υπογράψει τον νόμο για επενδύσεις-μαμούθ στις υποδομές, ύψους 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων -έναν σκληρό συμβιβασμό στο βαθιά διχασμένο Κογκρέσο, με στόχο την ανάπτυξη-, την ώρα που η δημοτικότητα του Αμερικανού πρόεδρου φθίνει και η ούτως ή άλλως μακρινή προοπτική μιας δεύτερης προεδρικής θητείας του φαντάζει ακόμη πιο ισχνή.
Ο δε 68χρονος Σι είχε μόλις χριστεί, με ιστορικό ψήφισμα του ΚΚΚ, ισάξιος του Μάο Τσε-Τουνγκ και του Ντενγκ Σιαοπίνγκ, χαλυβδώνοντας την εξουσία του στον ανερχόμενο ασιατικό γίγαντα, που τώρα ωστόσο απειλείται από στασιμοπληθωρισμό.
«Θα θεωρήσω τη σύνοδο κορυφής επιτυχή εάν οι δύο ηγέτες μπορέσουν να επιβεβαιώσουν από κοινού ότι καμία πλευρά δεν επιδιώκει σύγκρουση ή νέο ψυχρό πόλεμο», δήλωσε στο Foreign Policy η Πατρίσια Κιμ, ειδικός στις σινο-αμερικανικές σχέσεις στο ινστιτούτο Brookings, «και εξουσιοδοτήσουν αξιωματούχους τους να θέσουν, σε επίπεδο ομάδων εργασίας, τα θεμέλια για υπεύθυνο ανταγωνισμό, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας για πιεστικά ζητήματα, όπως η διαχείριση κρίσεων, η μη διάδοση των πυρηνικών όπλων και η κλιματική αλλαγή». Εστω κι έτσι, θα μπορούσε να είναι μια καλή αρχή…
