Ημέρα τέταρτη για τη δίκη του Ντόναλντ Τραμπ στη Γερουσία η σημερινή, κατά την οποία αναμένεται να πάρει τον λόγο η υπεράσπιση του τέως προέδρου και να αναπτύξει τα επιχειρήματά της μέσα στο ανώτατο χρονικό διάστημα των 16 ωρών, όπως έχει οριστεί.
Η πολιτική αγωγή, η οποία αναμενόταν να ολοκληρώσει την επιχειρηματολογία της χθες Πέμπτη, για την ακρίβεια, ξημερώματα Παρασκευής στα καθ’ ημάς, είχε υποσχεθεί επιπλέον οπτικοακουστικό υλικό από την επίθεση στο Καπιτώλιο και είχε θέσει ως στόχο να αποδείξει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένοχος για «την πλέον ειδεχθή καταπάτηση του Συντάγματος που έχει διαπράξει ποτέ πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών».
Ηδη τα ντοκουμέντα που παρουσίασαν την πρώτη μέρα της αγόρευσής τους οι εννέα βουλευτές του Δημοκρατικού Κόμματος που έχουν αναλάβει ρόλο εισαγγελέων στη δίκη, ήταν αρκούντως συγκλονιστικά.
Τα μέλη της Γερουσίας και μαζί με αυτούς εκατομμύρια τηλεθεατές είδαν, για παράδειγμα, τον τέως αντιπρόεδρο Μάικ Πενς και την οικογένειά του να φυγαδεύονται από ένα δωμάτιο δίπλα από την αίθουσα συνεδριάσεων της Γερουσίας περίπου ένα τέταρτο αφότου αφιονισμένοι οπαδοί του Τραμπ είχαν εισβάλει στο κτίριο και φώναζαν εν χορώ «κρεμάστε τον Μάικ Πενς».
Είδαν ένα μέλος της αστυνομικής δύναμης του Καπιτωλίου να συνθλίβεται από το πλήθος πάνω σε μία από τις εξωτερικές πύλες καθώς προσπαθούσε να εμποδίσει τους εισβολείς. Είδαν έναν άλλο αστυνομικό μέσα στο Καπιτώλιο να φυγαδεύει από έναν διάδρομο τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Μιτ Ρόμνι ενώ ομάδα εισβολέων τον κυνηγούσε λίγα μέτρα πιο πίσω.
«Ας το ξεκαθαρίσουμε. Ο πρόεδρος δεν είχε βάλει στο στόχαστρο έναν ή δύο ανθρώπους ή μόνο Δημοκρατικούς σαν εμένα. Είχε βάλει στο στόχαστρο εσάς, Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές. Είχε βάλει στο στόχαστρο όλους μας, διότι ο όχλος τα έκανε όλα αυτά υπό τη δική του καθοδήγηση», είπε χθες ο Τεντ Λιου, ένας από τους εννέα βουλευτές-εισαγγελείς, στην προσπάθειά του να μεταπείσει τους απρόθυμους στην πλειονότητά τους Ρεπουμπλικανούς της Γερουσίας να ψηφίσουν υπέρ της καταδίκης του Τραμπ.
Φαίνεται πως αυτός και οι συνάδελφοί του δεν κατάφεραν πολλά, καθώς πολλοί εκ των Ρεπουμπλικανών είπαν πως δεν είδαν κάποια ευθεία σύνδεση ανάμεσα στη βίαιη εισβολή, που στόχευε στο να σταματήσει την επικύρωση της νίκης του Τζο Μπάιντεν στις προεδρικές εκλογές, και την επί δύο μήνες εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ για την ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος. Εκτός Κογκρέσου μάλιστα φαίνεται πως τα πράγματα δεν είναι καλύτερα.
Τα δύο τρίτα των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων (66%) πιστεύουν ακόμα πως η νίκη του Μπάιντεν δεν ήταν νόμιμη, σύμφωνα με τελευταία έρευνα του συντηρητικού ινστιτούτου American Enterprise.
Αισιόδοξος Μπάιντεν
Ο νέος Αμερικανός πρόεδρος πάντως, μιλώντας χθες με ομάδα γερουσιαστών στο Οβάλ Γραφείο, εξέφρασε την ελπίδα πως «κάποιοι μάλλον έχουν αλλάξει μυαλά», ενημερώνοντας παράλληλα για την πρώτη του, διάρκειας δύο ωρών, τηλεφωνική συνομιλία με τον πρόεδρο της Κίνας Σι Ζιπίνγκ.
«Είναι πολύ δυσάρεστη περίοδος για εμάς», σχολίασε στη χθεσινή καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι, αναφερόμενη στην αναβίωση των τραυματικών γεγονότων της 6ης Ιανουαρίου μέσω της δίκης. Επανέλαβε πως το πακέτο ενίσχυσης της οικονομίας, ύψους 1,9 τρισ., που έχει εισηγηθεί ο Μπάιντεν θα πρέπει να εγκριθεί από το Κογκρέσο μέχρι το τέλος του μήνα.
Οταν ρωτήθηκε μάλιστα σχετικά απάντησε πως σε αυτό θα συμπεριληφθεί και η αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 15 δολάρια. Μια πραγματική τομή η οποία, ωστόσο, ήδη σαμποτάρεται εκ των έσω, καθώς έκθεση της επιτροπής προϋπολογισμού της Βουλής «προέβλεψε» ότι μια τέτοια αύξηση θα οδηγήσει βραχυπρόθεσμα στην ανεργία 1,9 εκατομμύρια Αμερικανούς.
Γεγονός πάντως είναι πως η Αμερική θα χρειαστεί και αυτή πολλές άλλες τομές σοσιαλιστικού τύπου για να απαλύνει τα δομικά της προβλήματα και τις κοινωνικές ανισότητες που βγήκαν ξανά στην επιφάνεια με αφορμή την πανδημία, η οποία σύμφωνα με τη χθεσινή καταμέτρηση του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 3.300 ανθρώπους μέσα σε ένα 24ωρο. Τα δομικά προβλήματα σε συνδυασμό με την εγκληματική διαχείριση του Ντόναλντ Τραμπ φέρνει στο φως έρευνα της έγκριτης ιατρικής επιθεώρησης The Lancet.
Σύμφωνα με αυτήν, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να είχαν γλιτώσει το 40% των θανάτων από τον κορονοϊό αν το ποσοστό θνητότητας από την ασθένεια στη χώρα ακολουθούσε το ποσοστό που καταγράφηκε στις άλλες χώρες της G7.
Η επιστημονική επιτροπή που κλήθηκε να αξιολογήσει τα πεπραγμένα της κυβέρνησης Τραμπ σε αυτόν τον τομέα προκειμένου να υπολογίσει πόσους θανάτους θα μπορούσαν να έχουν αποτρέψει οι ΗΠΑ, υπολόγισε τον μέσο όρο της θνητότητας στις υπόλοιπες χώρες της G7 (Καναδάς, Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία, Ιταλία, Ιαπωνία) και τον συνέκρινε με τα αντίστοιχα αμερικανικά νούμερα.
Πριν από την πανδημία
Η επιτροπή καταδικάζει την απόκριση Τραμπ στην Covid-19, επισημαίνει ωστόσο ότι οι ΗΠΑ εισήλθαν στην επιδημία με υποβαθμισμένες υποδομές δημόσιας υγείας. Κατά την περίοδο 2002-2019 οι δαπάνες για την υγεία στις ΗΠΑ μειώθηκαν από το 3,21% στο 2,45%, που αντιστοιχεί στο ήμισυ των δαπανών για την υγεία στον Καναδά και τη Βρετανία.
«Οι ΗΠΑ τα πήγαν πολύ άσχημα με την επιδημία αυτή, αλλά το χάλι αυτό δεν βαρύνει μόνο τον κ. Τραμπ, έχει επίσης σχέση με τις αποτυχίες στην κοινωνική πολιτική», δήλωσε στη βρετανική Guardian η Μέρι Τ. Μπάσετ, μέλος της επιτροπής και διευθύντρια του FXB Center for Health and Human Rights του Χάρβαρντ, τονίζοντας πως «αυτό δεν θα επιλυθεί με ένα εμβόλιο».
