«Η επιστροφή σε μια αξιοπρεπή διπλωματία». Ο τίτλος του κύριου άρθρου της γαλλικής Le Monde απηχούσε το πνεύμα των εν γένει θετικών έως και διθυραμβικών αντιδράσεων εκτός και -κυρίως- εντός αμερικανικών συνόρων στις πρώτες εξαγγελίες του Τζο Μπάιντεν ως προέδρου των ΗΠΑ για τη νέα -για την ακρίβεια, συνέχεια της εποχής Ομπάμα- εξωτερική πολιτική που σκοπεύει να ακολουθήσει.
Αρεσαν οι εξαγγελίες για την «Αμερική που επιστρέφει» και την ανασύσταση των παλιών συμμαχιών, όπως άρεσαν από την πρώτη μέρα της εισόδου του στον Λευκό Οίκο τα διατάγματα για την επιστροφή των ΗΠΑ στη διεθνή συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Αρεσε ο συμβολισμός της επιλογής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, εν πολλοίς απαξιωμένου από τον Τραμπ, ως το μέρος από το οποίο ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ έβγαλε την πρώτη ομιλία του με αντικείμενο την εξωτερική πολιτική. Οπως άρεσαν οι ανακοινώσεις για οκταπλασιασμό του αριθμού των προσφύγων που θα δέχονται ετησίως οι ΗΠΑ και για υπογραφή μνημονίου για την προστασία των ατόμων ΛΟΑΤΚΙ σε ολόκληρο τον κόσμο.
Δεν άρεσαν, βέβαια, παντού οι δηλώσεις Μπάιντεν. «Προς λύπη μας αυτή η ρητορική είναι πολύ επιθετική και μη εποικοδομητική», δήλωσε χθες ο Ντμίτρι Πεσκόφ, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, σε σχέση με τον επιθετικό τόνο απέναντι στη Μόσχα που κράτησε ο Μπάιντεν στην ομιλία του.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είπε πως «ο καιρός κατά τον οποίο οι ΗΠΑ υποχωρούσαν απέναντι στις επιθετικές ενέργειες της Ρωσίας έχει παρέλθει», εγκαινιάζοντας, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, μια νέα, σαφώς πιο σκληρή στάση σε αντιδιαστολή με την περίοδο Τραμπ. Τόνισε πως η κυβέρνησή του θα αντισταθεί «στην πρόθεση της Ρωσίας να αποδυναμώνει τη δημοκρατία μας», ζήτησε την άμεση και άνευ όρων απελευθέρωση του αντικαθεστωτικού Αλεξέι Ναβάλνι, χωρίς ωστόσο να εξαγγείλει κυρώσεις ή άλλες συγκεκριμένες ενέργειες κατά της Ρωσίας.
Στη Γερμανία, αντίθετα, η καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ χαιρέτισε την απόφαση του Μπάιντεν να παγώσει την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από γερμανικού εδάφους που είχε εξαγγείλει ο προκάτοχός του, σχολιάζοντας πως η παραμονή των στρατευμάτων είναι «προς το κοινό μας συμφέρον». Οι εξαγγελίες Μπάιντεν σίγουρα θα βρίσκονταν στην ατζέντα της τηλεδιάσκεψης που επρόκειτο να γίνει χθες ανάμεσα στη Μέρκελ και τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν με αντικείμενο την ευρωπαϊκή άμυνα, καθώς και τις διεθνείς και διατλαντικές σχέσεις.
Σιωπή επικρατούσε μέχρι χθες το απόγευμα τουλάχιστον σε επίπεδο κινεζικής ηγεσίας στις δηλώσεις Μπάιντεν, ο οποίος επέκρινε τον αυταρχισμό του Πεκίνου και χαρακτήρισε την Κίνα τον «πιο σοβαρό ανταγωνιστή των ΗΠΑ», αφήνοντας ωστόσο παράλληλα να συνεργαστεί μαζί της, εφόσον κάτι τέτοιο είναι προς το συμφέρον της χώρας του.
Εντύπωση, δε, προκάλεσε γενικότερα η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο Ιράν. Παράλληλα, βέβαια, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ έχει προβεί σε κάποιες ενέργειες που ερμηνεύονται ως ενδείξεις προθέσεων αποκλιμάκωσης με την Τεχεράνη. Πριν από λίγες μέρες αποφάσισε να διορίσει τον Ρόμπερτ Μάλεϊ, τον κορυφαίο διαπραγματευτή για τη διεθνή συνθήκη για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, στη θέση ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ για το Ιράν.
Επίσης αποφάσισε να αποσύρει από τον Περσικό κόλπο το αεροπλανοφόρο USS Nimitz το οποίο επί εννέα μήνες επιτηρούσε τις κινήσεις της Τεχεράνης στην περιοχή.
Το Ιράν
Αρκετά αμερικανικά ΜΜΕ βλέπουν περιθώρια αποκλιμάκωσης με το Ιράν και στην απόφαση του Μπάιντεν να τερματίσει την αμερικανική υποστήριξη στον πόλεμο που διεξάγει η σαουδαραβική συμμαχία στην Υεμένη εναντίον των φιλοϊρανών ανταρτών Χούτι. «Αυτός ο πόλεμος πρέπει να τελειώσει», τόνισε ο Αμερικανός πρόεδρος σχετικά με αυτό που όλοι οι διεθνείς οργανισμοί χαρακτηρίζουν ως «τη χειρότερη ανθρωπιστική κρίση στον πλανήτη».
Οι ανακοινώσεις Μπάιντεν για την Υεμένη έγιναν ευνοϊκά δεκτές από τη διεθνή κοινότητα. Οπως και η δήλωση για «επιστροφή στη διπλωματία» που συνοψίζει τον άξονα γύρω από τον οποίο θα κινηθεί η νέα/παλιά εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Πίσω βέβαια από τον ενθουσιασμό και τους διθυράμβους, υπάρχουν οι δεύτερες σκέψεις σχετικά με το κατά πόσο ο Μπάιντεν θα επιτύχει τη δυναμική επιστροφή που επιδιώκει σε έναν αλλαγμένο και από την πανδημία κόσμο.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες νιώθουν ανακούφιση με τα οράματα και τις δεσμεύσεις της νέας αμερικανικής κυβέρνησης. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως θα ακολουθήσουν τα βήματα του Μπάιντεν στην παγκόσμια σκηνή», σημείωνε σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανάλυσή της η Washington Post.
Ως άλλο δείγμα της «πληγωμένης» αμερικανικής υπερδύναμης θα προσθέταμε τη χαοτική διαχείριση της πανδημίας -με ευθύνη του Τραμπ-, με τις ΗΠΑ χθες να καταγράφουν για πρώτη φορά πάνω από 5.000 νεκρούς μέσα σε μία μέρα…
