«Το ουσιαστικό ζήτημα είναι η θλιβερή ζημιά που προκαλεί ο πρόεδρος στην εμπιστοσύνη του κοινού απέναντι στους θεσμούς της Αμερικής. Ο χρόνος του Τραμπ τελειώνει, όσο κι αν η ρητορική του εξακολουθεί να κλιμακώνεται. Ο χρόνος τελειώνει και για τους Ρεπουμπλικανούς που ελπίζουν να διασώσουν την αξιοπιστία του κόμματος». Ολα τα παραπάνω δεν τα είπε κάποιος Δημοκρατικός, αλλά ο «πολύς» Τζον Μπόλτον, ο άνθρωπος που ώς τον Σεπτέμβριο του 2019 ήταν ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Ντόναλντ Τραμπ. Σε ένα άρθρο του χθες στην Washington Post, ο Μπόλτον κατακεραύνωσε τον πρώην προϊστάμενό του για την άρνησή του να αποδεχτεί το εκλογικό αποτέλεσμα χωρίς να παρουσιάζει σοβαρά στοιχεία για τη νοθεία την οποία επικαλείται, εκθέτοντας παράλληλα τους προβληματισμούς του για το μέλλον του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος μετά τον Τραμπ.
Τους ίδιους προβληματισμούς, σύμφωνα με αρκετά δημοσιεύματα, συμμερίζονται και πολλοί υψηλόβαθμοι Ρεπουμπλικανοί, παρόλο που ελάχιστοι είναι αυτοί που εκφράζονται ανοιχτά. Οπως ο Ρομπ Πόρτμαν, γερουσιαστής του Οχάιο, μιας Πολιτείας που κέρδισε με άνεση ο Τραμπ. «Η καμπάνια του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ θα πρέπει να παρουσιάσει στοιχεία που να στηρίζουν τους ισχυρισμούς περί εκλογικής νοθείας», δήλωσε σε επίσημο ανακοινωθέν του, σημειώνοντας παράλληλα πως ο Τζο Μπάιντεν προηγείται σε αρκετές Πολιτείες ώστε να θεωρείται ο νικητής των εκλογών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ πάντως φαίνεται διατεθειμένος να εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα, έχοντας στο πλευρό του τον υπουργό Δικαιοσύνης Ουίλιαμ Μπαρ και τον επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, Μιτς Μακόνελ. Παρόλο που, όπως σχολίαζαν χθες αρκετά δημοσιεύματα, οι πιθανότητες να αλλάξει το αποτέλεσμα υπέρ του είναι απειροελάχιστες. Χθες, η ομάδα επανεκλογής του κατέθεσε αγωγή στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μίσιγκαν με το αίτημα να μην αναγνωριστεί η νίκη του Τζο Μπάιντεν στην Πολιτεία όπου προηγείται με ποσοστό 2,6% και σχεδόν 148.000 ψήφους. Μάλλον ανέλπιδος ο αγών, καθώς σε όλες τις αμφίρροπες Πολιτείες όπου ο Τραμπ αμφισβητεί το αποτέλεσμα όλοι οι δημόσιοι αξιωματούχοι, Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί, βεβαιώνουν ότι δεν υπήρξαν παρατυπίες.
Χθες μάλιστα η ομάδα του Τραμπ δέχτηκε μια ήττα από την Πενσιλβάνια. Ταχυδρομικός υπάλληλος της Πολιτείας ο οποίος την περασμένη εβδομάδα είχε πει πως ο προϊστάμενός του είχε δώσει οδηγίες στο προσωπικό να βάζει ταχυδρομικές σφραγίδες με προηγούμενες ημερομηνίες σε επιστολικές ψήφους που έφταναν μετά την 3η Νοεμβρίου, ώστε να καταμετρηθούν ως έγκυρες, παραδέχτηκε σε ερευνητές από το γραφείο του γενικού επιθεωρητή των αμερικανικών ταχυδρομείων πως είπε ψέματα. Παράλληλα, η Πολιτεία της Τζόρτζια ανακοίνωσε χθες πως θα προχωρήσει σε διά χειρός επανακαταμέτρηση των ψήφων. Αυτό χωρίς την παρέμβαση Τραμπ, αφού το Σύνταγμα προβλέπει πως αν η διαφορά μεταξύ δύο αντιπάλων είναι μικρότερη του 0,5% πρέπει να γίνεται αυτομάτως επανακαταμέτρηση. Αν και ούτε από την Τζόρτζια, όπου ο Τζο Μπάιντεν προηγείται με 18.000 ψήφους, αναμένεται κάποια σοβαρή εξέλιξη.
Ο απερχόμενος πρόεδρος έκανε χθες την πρώτη του δημόσια εμφάνιση ύστερα από έξι μέρες πηγαίνοντας στο εθνικό νεκροταφείο του Αρλινγκτον για να τιμήσει την Ημέρα των Βετεράνων, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Μελάνια και τον αντιπρόεδρο Μάικ Πενς. Ο πάντα λαλίστατος Τραμπ δεν έκανε καμία δήλωση στους δημοσιογράφους. Προηγουμένως όμως είχε ξεσπαθώσει στο τουίτερ εξαπολύοντας και πάλι ανυπόστατες κατηγορίες περί νοθείας και καταλήγοντας, όπως συνηθίζει τις τελευταίες μέρες, στο «ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ!».
Τη στιγμή που πολλά αμερικανικά ΜΜΕ σχολιάζουν ότι η μετεκλογική συμπεριφορά του Αμερικανού προέδρου βρίσκεται στα όρια της δημοκρατικής εκτροπής, ο Τζο Μπάιντεν ετοιμάζεται για την επόμενη μέρα στήνοντας τη δική του ομάδα μετάβασης στην κυβέρνηση με άτομα αρκετά από τα οποία θα αναλάβουν στη συνέχεια και κυβερνητικά πόστα. Βασική προτεραιότητα αποτελεί η πανδημία του κορονοϊού η οποία καλπάζει. Την Τρίτη καταγράφηκε ο αριθμός-ρεκόρ των 201.961 νέων κρουσμάτων και περισσότεροι από 1.500 θάνατοι. Ολα αυτά όμως γίνονται μετ’ εμποδίων, καθώς η σημερινή κυβέρνηση δεν επιτρέπει ακόμα στην ομάδα μετάβασης την πρόσβαση στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες. «Ντροπιαστική» χαρακτήρισε ο Μπάιντεν τη στάση του Τραμπ μιλώντας την Τρίτη από το Ντελαγουέρ, τονίζοντας πως «όλο αυτό δεν θα κάνει καλό στην υστεροφημία του προέδρου».
Οσο όμως αντιστέκεται ο Τραμπ, άλλο τόσο πληθαίνουν οι αναγνωρίσεις από το εξωτερικό. Ο Μπάιντεν, ο οποίος προχθές δέχτηκε τα συγχαρητήρια και του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχει μιλήσει μέσω βιντεοδιάσκεψης με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, τη Γερμανίδα καγκελάριο Μέρκελ και τον Βρετανό πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον. Ο τελευταίος μάλιστα απευθυνόμενος χθες στους βρετανούς βουλευτές αποκάλεσε «πρώην πρόεδρο» τον Τραμπ, με τον οποίο διατηρούσε αγαστές σχέσεις.
Ο Μπάιντεν όμως, πέρα από το εμπόδιο της πολυτάραχης όπως διαφαίνεται μετάβασης, ως πρόεδρος θα αντιμετωπίσει το σχεδόν σίγουρο εμπόδιο μιας ρεπουμπλικανικής Γερουσίας. Χθες η αναλογία Ρεπουμπλικανών-Δημοκρατικών στο Σώμα διαμορφώθηκε στο 50 προς 48 μετά την αναμενόμενη επανεκλογή του Ρεπουμπλικανού Νταν Σάλιβαν στην Αλάσκα. Υπολείπονται δύο επαναληπτικές εκλογές στην Τζόρτζια τον Ιανουάριο, αλλά, ακόμα και με βάση το καλύτερο σενάριο για τους Δημοκρατικούς, το σκορ θα καταλήξει σε ισοπαλία…
