ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Βίκυ Καπετανοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Η επιρροή της Εθνικής Ενωσης Οπλων (NRA) έχει υπάρξει τόσο ισχυρή ώστε η οργάνωση να παραμένει ανεξέλεγκτη επί δεκαετίες, ενόσω κορυφαία στελέχη της διοχέτευαν εκατομμύρια στις τσέπες τους. […] Εχει λειτουργήσει ως πρόσφορο έδαφος απληστίας, κατάχρησης και ξεδιάντροπης παρανομίας. […] Κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου, ούτε καν η NRA». Με την παντοδύναμη Εθνική Ενωση Οπλων -τη διαβόητη οργάνωση-λόμπι υπέρ της οπλοκατοχής που αποτελεί κράτος εν κράτει στις Ηνωμένες Πολιτείες και χρηματοδοτεί παραδοσιακά το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, μηδέ εξαιρουμένου φυσικά του Ντόναλντ Τραμπ- αποφάσισε να τα βάλει και επίσημα η Δημοκρατική (και Αφροαμερικανίδα) γενική εισαγγελέας της Νέας Υόρκης Λετίσια Τζέιμς, καταθέτοντας αγωγή σε βάρος της με ρητή επιδίωξη τη διάλυσή της εξαιτίας συστηματικής οικονομικής κακοδιαχείρισης.

Στο σκαμνί θα καθίσουν ο επικεφαλής και διευθύνων σύμβουλος Γουέιν ΛαΠιερ, το πιο γνωστό πρόσωπο της NRA εδώ και 30 χρόνια που κατηγορείται ως η «κεντρική φιγούρα» πίσω από το πάρτι των ατασθαλιών στη μη κερδοσκοπική -υποτίθεται- οργάνωση, καθώς και τρία ηγετικά, νυν και πρώην, στελέχη που συμμετείχαν επίσης στο φαγοπότι για προσωπικό τους όφελος. Από το εκτενές κατηγορητήριο ξεχωρίζει μεταξύ άλλων η έγκληση πως ο ΛαΠιερ κι η οικογένειά του επισκέφτηκαν τις Μπαχάμες περισσότερες από οχτώ φορές με ιδιωτικό αεροσκάφος, καταχρώμενοι κεφάλαια της οργάνωσης ύψους άνω των 500.000 δολαρίων.

Ο ΛαΠιερ εξασφάλισε μάλιστα για την πάρτη του σύμβαση 17 εκατομμυρίων δολαρίων σε περίπτωση αποχώρησής του από την NRA (!), χωρίς καν την έγκριση του διοικητικού συμβουλίου…

Η διαφθορά στους κόλπους της οργάνωσης «είναι τόσο εκτεταμένη» που είναι αναγκαία η ολοκληρωτική διάλυσή της, υπογράμμισε η Τζέιμς. Απέρριψε δε τις αιτιάσεις πως επηρεάστηκε από τις πολιτικές της θέσεις και έβαλε στο στόχαστρο την οργάνωση λόγω της αμέριστης και πλουσιοπάροχης στήριξής της στον Αμερικανό πρόεδρο-μεγιστάνα.

«Ακολουθήσαμε τα γεγονότα και τον νόμο» τόνισε η γενική εισαγγελέας. «Φτάσαμε στο συμπέρασμα πως η NRA λειτουργούσε δυστυχώς σαν ο προσωπικός κουμπαράς σε σχήμα γουρουνάκι για τους τέσσερις κατηγορούμενους»! Με βάση την αγωγή, πάνω από 64 εκατομμύρια δολάρια χάθηκαν ουσιαστικά από τα ταμεία μέσα σε μόλις τρία χρόνια ως αποτέλεσμα των οικονομικών καταχρήσεων των τεσσάρων μεγαλοστελεχών και της απόπειράς τους, συν τοις άλλοις, να εξαγοράσουν τη σιωπή μελών και εργαζομένων της οργάνωσης, που είχαν πάρει χαμπάρι ότι έβαζαν βαθιά το χέρι στο βάζο με το μέλι.

Σχεδόν ταυτόχρονα, αντίστοιχη αγωγή κατέθετε και ο Δημοκρατικός γενικός εισαγγελέας της Ουάσινγκτον, Καρλ Ρασίν.

Για «αβάσιμη, προσχεδιασμένη επίθεση» με πολιτικές και δη εκλογικές σκοπιμότητες και απώτερο στόχο να πλήξει τη συντηρητική παράταξη αλλά και τη Δεύτερη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος για το δικαίωμα στην οπλοκατοχή βάσει της «αριστερής ατζέντας» έκανε λόγο η πρόεδρος της NRA Κάρολιν Μέντοουζ. Ανήγγειλε δε πως η οργάνωση κατέθεσε με τη σειρά της αγωγή κατά της «οπορτουνίστριας» εισαγγελέως της Νέας Υόρκης, που ερευνά εδώ και καιρό τα οικονομικά της NRA αφού είναι δηλωμένη ως μη κερδοσκοπική οργάνωση στη συγκεκριμένη Πολιτεία από το πολύ μακρινό 1871.

Την πιπίλα περί δήθεν καταστρατήγησης της Δεύτερης Τροπολογίας από τη «ριζοσπαστική Αριστερά της Νέας Υόρκης» και τον Δημοκρατικό αντίπαλό του Τζο Μπάιντεν επιστράτευσε βέβαια και ο Ντόναλντ Τραμπ που ποντάρει πολλά στην αγαπημένη του NRA, βλέποντας τις πιθανότητες επανεκλογής του τον Νοέμβρη να συρρικνώνονται υπό το σταθερό δημοσκοπικό προβάδισμα του Μπάιντεν. Χαρακτήρισε τις αγωγές «πολύ τρομερό πράγμα», προτείνοντας στην οργάνωση να μετακινήσει την έδρα της από την Πολιτεία της Βιρτζίνια στο… οπλολάγνο Τέξας. «Η NRA εξαγόρασε τον πρόεδρο και προώθησε μέλη του Κογκρέσου που κάνουν τα στραβά μάτια στην επιδημία της ένοπλης βίας» τουίταρε η Δημοκρατική γερουσιαστής Καμάλα Χάρις (που πιθανολογείται έντονα πως θα είναι η υποψήφια αντιπρόεδρος του Μπάιντεν), απηχώντας τον ενθουσιασμό που επικρατεί στις τάξεις του Δημοκρατικού Κόμματος για τις νομικές εξελίξεις σε βάρος της κραταιάς οργάνωσης.