Η Αμερική διέβη τον Ρουβίκωνα. Τον ψυχολογικό Ρουβίκωνα των 100.000 θυμάτων από τον κορονοϊό. Ηδη μέχρι χθες η χώρα αριθμούσε 100.276 νεκρούς, σύμφωνα με τα στοιχεία του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς και 1,69 εκατομμύρια επιβεβαιωμένα κρούσματα, το 30% των κρουσμάτων της πανδημίας σε παγκόσμια κλίμακα. Κι ενώ χθες οι Αμερικανοί που πέθαναν από έναν ιό ήταν περίπου όσοι σκοτώθηκαν συνολικά κατά τις προηγούμενες δεκαετίες στα μέτωπα της Κορέας, του Βιετνάμ, του Ιράκ και του Αφγανιστάν, ο Ντόναλντ Τραμπ παρέμενε ασυνήθιστα σιωπηλός σε σχέση με την εμμονή του με τους αριθμούς και τα ποσοστά, όπως επεσήμαιναν αμερικανικά, αλλά και ξένα ΜΜΕ. Ισως γιατί τον απασχολούν άλλα, σημαντικότερα για τον ίδιο πράγματα.
Χθες κάποια στιγμή, ύστερα από πολύωρη σιωπή, έγραψε ένα μήνυμα στο τουίτερ στο οποίο έλεγε «μόλις αγγίξαμε ένα πολύ δυσάρεστο ορόσημο με τους θανάτους από την πανδημία του κορονοϊού να φτάνουν τις 100.000» κι εξέφραζε την αγάπη του και τη συμπάθειά του στις οικογένειες των θυμάτων. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε γράψει πως αν δεν έκανε όντως σωστά τη δουλειά του, όπως τον κατηγορούν οι Δημοκρατικοί και τα ΜΜΕ, οι νεκροί θα ήταν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο και όχι 100.000. Οσο για το εβδομαδιαίο πρόγραμμά του δεν περιλαμβάνει κάποια ειδική τελετή, τήρηση ενός λεπτού σιγής ή κάποια άλλη συμβολική εκδήλωση στη μνήμη των θυμάτων.
Αντιπερισπασμός
Ο Αμερικανός πρόεδρος, αντίθετα, έχει αφιερώσει πολύ περισσότερο χρόνο και χτυπήματα στο πληκτρολόγιο για να επιτεθεί στο μέχρι πρότινος αγαπημένο του τουίτερ και γενικότερα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, βρίσκοντας τον κατάλληλο αντιπερισπασμό απέναντι στις επικρίσεις για τη στάση του απέναντι στην πανδημία με αφορμή το θλιβερό ορόσημο των 100.000. «Αυτή θα είναι μια Μεγάλη Μέρα για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τη ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ», έγραψε στο τουίτερ λίγες ώρες πριν αναφερθεί στα θύματα του κορονοϊού, δίνοντας έτσι έμφαση στην εξαγγελία που έκανε το βράδυ της Τετάρτης η εκπρόσωπος τύπου του Λευκού Οίκου Κέιλι Μακένανι σχετικά με την υπογραφή προεδρικού διατάγματος που θα ζητά αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Ο πόλεμος του Τραμπ με το τουίτερ ξεκίνησε από την Τρίτη, όταν το μέσο έβαλε επισήμανση για ενδεχόμενο fake news σχετικά με την «επικινδυνότητα» της επιστολικής ψήφου που αποφάσισε η πολιτεία της Καλιφόρνιας για τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου. Ο Αμερικανός πρόεδρος έγινε έξαλλος. Κατηγόρησε τα σόσιαλ μίντια για μεροληψία εις βάρος των Συντηρητικών, για νέα προσπάθεια επηρεασμού των εκλογών όπως το 2016 και προειδοποίησε ότι δεν θα επέτρεπε να επαναληφθεί αυτό και φέτος.
Περί εξαπάτησης
Η ανακοίνωση της Μακένανι έλεγε ότι το διάταγμα επρόκειτο να υπογραφεί κάποια στιγμή χθες Πέμπτη χωρίς περισσότερες λεπτομέρειες για τη χρονική στιγμή ούτε για το περιεχόμενο. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα Politico, υψηλόβαθμος κυβερνητικός αξιωματούχος που γνωρίζει το ζήτημα είπε ότι το διάταγμα θα απαντήσει στα παράπονα ότι οι διαδικτυακές πλατφόρμες εξαπατούν τους ανθρώπους, ενεργώντας σαν συντονιστές περιεχομένου – επιλέγοντας ποιο περιεχόμενο θα επιτρέπεται ή αποκλείεται – αντί να είναι πολιτικά ουδέτερες. Πρόσθεσε, όμως, ότι μέχρι την έκδοσή του η «γλώσσα» του διατάγματος είναι πιθανό να είναι διαφορετική. Το ίδιο επεσήμαινε και το Reuters, το οποίο είχε αποκτήσει πρόσβαση στο περιεχόμενο του διατάγματος.
Το διάταγμα θα ζητά από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών (FCC) να προτείνει τροποποιήσεις και διευκρινίσεις για άρθρα της νομοθεσίας που σε μεγάλο βαθμό προστατεύει τις διαδικτυακές πλατφόρμες από νομικές επιπτώσεις για τις αναρτήσεις των χρηστών τους. Αν γίνουν αυτές οι αλλαγές, οι εταιρείες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με περισσότερες αγωγές. Επίσης θα ζητείται από την FCC να εξετάσει αν οι εταιρείες αυτές χρησιμοποιούν παραπλανητικές πολιτικές για να ρυθμίζουν το περιεχόμενό τους και αν αυτές οι πολιτικές συνάδουν με τους όρους χρήσης τους.
Χαρακτηριστικό είναι ότι χθες ο Τραμπ είχε αναπαράξει στο τουίτερ απόσπασμα από συνέντευξη του Μαρκ Ζούκερμπεργκ, του ιδρυτή του Facebook FoxNews, με τίτλο «ο Ζούκερμπεργκ λέει ότι οι ιδιωτικές εταιρείες δεν μπορούν να γίνουν “διαιτητές της αλήθειας”». Πράγματι, ο Ζούκερμπεργκ, δυο χρόνια μετά το σκάνδαλο της Cambridge Analytica που αμαύρωσε την εικόνα της πλατφόρμας του, είπε ότι οι εταιρείες δεν μπορούν να ρυθμίζουν τι λένε οι διάφοροι χρήστες στο διαδίκτυο. Παράλληλα όμως, εξέφρασε σκεπτικισμό σχετικά με την απειλή του προέδρου να «ρυθμίσει έντονα» εταιρείες κοινωνικών μέσων ή και «να τις κλείσει», κάτι που παρέλειψε να αναφέρει ο Τραμπ.
Οι περισσότεροι πάντως συμφωνούν στο ότι οι προσπάθειες του Τραμπ να ελέγξει τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης θα πέσουν στο κενό, καθώς προσκρούουν στην πρώτη τροπολογία του Συντάγματος που διασφαλίζει την ελευθερία της έκφρασης. Για αρκετές μέρες όμως θα αποσπάσει την προσοχή κοινού και ΜΜΕ από τον αυξανόμενο αριθμό των νεκρών από τον κορονοϊό και τον συνεχιζόμενο κίνδυνο που κάθε άλλο παρά έχει παρέλθει.
Οργή στη Μινεάπολη για την εγκληματική αστυνομική βία

«Σκέφτομαι πώς αυτοί οι άνθρωποι στέκονταν παγωμένοι, χωρίς να μπορούν να βοηθήσουν, φοβούμενοι και για τη δική τους ζωή, και μόνο τους όπλο για βοήθεια την κάμερα ενός κινητού». Συγκλονίζει η Νταρνέλα Φρέιζιερ, μία από τους αυτόπτες μάρτυρες που βιντεοσκόπησαν τον αργό θάνατο του Αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ στη Μινεάπολη από ασφυξία, με υπαίτιους τέσσερις λευκούς αστυνομικούς. Ο ένας τον είχε ακινητοποιήσει γονατίζοντας πάνω στον λαιμό του και προκαλώντας τελικά τον θάνατό του. Ο άλλος τον κρατούσε από τα πόδια και οι άλλοι δύο εμπόδιζαν τον κόσμο να πλησιάσει. Και η Φρέιζιερ, Αφροαμερικανή και η ίδια, γνωρίζει καλά τι σημαίνει φόβος σε τέτοιες περιπτώσεις…

Οι διαδηλώσεις για τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ συνεχίζονταν και χθες στη Μινεάπολη, αλλά και σε άλλες αμερικανικές πόλεις. Το FBI ερευνά τις συνθήκες του θανάτου του, ο πρόεδρος Τραμπ έγραψε στο τουίτερ ότι η έρευνα θα πρέπει να επισπευστεί και υποσχέθηκε ότι θα αποδοθεί δικαιοσύνη, ενώ οι τέσσερις αστυνομικοί εκδιώχθηκαν από το σώμα. Ολοι όμως, με πρώτη την οικογένεια του θύματος, ζητούν πολύ αυστηρότερη τιμωρία.
«Αν θέλετε τη γνώμη μου, αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να είναι πίσω από τα κάγκελα», δήλωσε ο δήμαρχος της Μινεάπολης, Τζέικομπ Φρέι.
Στο μεταξύ, νέα βίντεο φαίνονται να διαψεύδουν τους ισχυρισμούς της αστυνομίας ότι ο Φλόιντ, που θεωρήθηκε ύποπτος για απόπειρα πληρωμής με πλαστό χαρτονόμισμα, αντιστάθηκε στη σύλληψη. Αλλά ίσως το πιο συγκλονιστικό είναι αυτό που καταγγέλλει ο Μπέντζαμιν Κραμπ, δικηγόρος της οικογένειας: «Χωρίς το βίντεο που αναρτήθηκε σε ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης, οι αστυνομικοί θα είχαν παρουσιάσει μια ψευδή εκδοχή των γεγονότων και θα είχαν κρύψει την υπόθεση κάτω από το χαλί».
