Περίπου 16,4 εκατομμύρια Αμερικανοί είχαν ψηφίσει εδώ και ημέρες για τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, διά αλληλογραφίας ή προσωπικά, στις 31 Πολιτείες που επιτρέπουν αυτή τη διαδικασία. Χθες, ανήμερα της κρίσιμης αναμέτρησης, κλήθηκαν στις κάλπες και οι υπόλοιποι για να ψηφίσουν τους υποψηφίους της προτίμησής τους για τις 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων, το 1/3 των συνολικά 100 εδρών της Γερουσίας, και τις θέσεις 36 κυβερνητών.
Η εκλογική διαδικασία αναμενόταν να ολοκληρωθεί τις πρωινές ώρες. Και το μεγάλο για σήμερα ερώτημα -πέρα από το ποσοστό συμμετοχής- ήταν εάν η συσπείρωση των Ρεπουμπλικανών (GOP) και η αποχή μεγάλου μέρους της εκλογικής βάσης των Δημοκρατικών θα «μεταφραστούν» πράγματι στον προοιωνιζόμενο εκλογικό κόλαφο για την αμερικανική κυβέρνηση και προσωπικά για τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα.
Τουλάχιστον τρεις έρευνες εκτίμησης του εκλογικού αποτελέσματος (της Washington Post, των New York Times και της ειδικευμένης ιστοσελίδας FiveThirtyEight) έδιναν χθες κατά μέσο όρο 70% πιθανότητες στην πλήρη ανατροπή, με την κατά κράτος επικράτηση των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο για πρώτη φορά από το 2006.
Αφενός, με ενίσχυση της πλειοψηφίας τους στη Βουλή -η Washington Post προδίκαζε χθες 243 έδρες για τους Ρεπουμπλικανούς (από 233 που κατείχαν) και 192 στους Δημοκρατικούς (από 199). Αφετέρου, με την ανακατάληψη του ελέγχου της Γερουσίας, «κλέβοντας» το λιγότερο έξι έδρες από τους αντιπάλους τους, από τις συνολικά 36 που κρίθηκαν χθες στην κάλπη.
Από αυτές, οι Δημοκρατικοί υποψήφιοι γερουσιαστές καλούνταν να κρατήσουν με «νύχια και δόντια» τις 21, εκ των οποίων οι 7 κρίνονταν σε Πολιτείες όπου το 2012 κυριάρχησε ο (κατά τα λοιπά αποτυχών) προεδρικός υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών Μιτ Ρόμνεϊ. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, από τις 7 το κόμμα του Μπαράκ Ομπάμα υπολόγιζε να διατηρήσει τις τρεις.
Παρ’ όλα αυτά, η USA Today υπερθεμάτιζε στα ποσοστά επιτυχίας των GOP, ανεβάζοντας τον «πήχη» των κερδών τους στη Γερουσία σε 11 έδρες και προβλέποντας ως «έπαθλο» τη μεγαλύτερη πλειοψηφία τους στη Γερουσία από την προεδρία Τρούμαν! Ομως για όλα αυτά υπάρχουν πολλές προϋποθέσεις.
Κατ’ αρχάς, οι Ρεπουμπλικανοί θα πρέπει να μην έχουν απώλειες στις έδρες που επαναδιεκδικούσαν χθες στη Γερουσία. Μία από τις πιο «καυτές» ήταν αυτή στο Κάνσας, όπου ο υποψήφιος των GOP αναμενόταν να δώσει μάχη ψήφο προς ψήφο με τον ανεξάρτητο -πλην ρέποντα προς τους Δημοκρατικούς- αντίπαλό του.
Μία άλλη ήταν στην Τζόρτζια, όπου την έδρα διεκδικούσαν πάνω από δύο υποψήφιοι. Οι πιθανότητες εκλογής με 50% από τον πρώτο γύρο δεν ήταν πολλές. Κι έτσι, δεν αποκλείεται να υπάρξει και δεύτερος γύρος, που -εφόσον χρειαστεί- θα διεξαχθεί στις αρχές… Ιανουαρίου!
Για να αποφύγουν, λοιπόν, τον ορατό κίνδυνο πολιτικής καραμπόλας, οι Ρεπουμπλικανοί θα πρέπει να έχουν πάρει το «παιχνίδι» σε τουλάχιστον τρεις από τις έτερες αμφίρροπες Πολιτείες. Αυτές υπολογίζονται σε έξι. Και μεταξύ αυτών πιο κρίσιμες θεωρούνταν οι Αλάσκα, Αϊόβα, Κολοράντο και Λουιζιάνα (που μέχρι και χθες ήταν στα χέρια των Δημοκρατικών). ιδικά η Λουιζιάνα μπορεί να αποδειχθεί η πιο… μοιραία, σε περίπτωση που η κυριαρχία των GOP κριθεί στο «νήμα». Οπως και στην Τζόρτζια, έτσι κι εκεί υπήρχαν χθες παραπάνω από δύο υποψήφιοι που διεκδικούσαν την έδρα της Πολιτείας στη Γερουσία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός δεύτερου γύρου στις 6 Δεκεμβρίου και παράταση της αγωνίας μέχρι την ανάδειξη ενός ξεκάθαρου νικητή.
Αναμένοντας τα εκλογικά αποτελέσματα -και κατά πάσα πιθανότητα τη… λυπητερή μιας πολιτικής «ομηρίας» σε ένα συντηρητικό Κογκρέσο-, ο Λευκός Οίκος κρατούσε χθες επιμελώς αποστάσεις ασφαλείας. «Δεν θα ήταν συνετό να εξαγάγει κανείς πολιτικά συμπεράσματα από την έκβαση των ενδιάμεσων εκλογών, όπως θα έκανε με τις προεδρικές εκλογές, απλά και μόνο με βάση τον εκλογικό χάρτη», δήλωσε χθες ο εκπρόσωπος Τζος Ερνεστ.
Παρ’ όλα αυτά, δημοσκόπηση του ινστιτούτου Ipsos για το πρακτορείο Reuters κατέγραφε άλλες διαθέσεις στις τάξεις των Αμερικανών. Σχεδόν 2 στους 3 ερωτηθέντες ανέφεραν πως την επαύριον των εκλογών ο πρόεδρος Ομπάμα θα πρέπει να προχωρήσει το δίχως άλλο σε ανασχηματισμό. Το 75% δήλωσε πως, ανεξαρτήτως της σύνθεσής της, η αμερικανική κυβέρνηση θα «πρέπει να ξανασκεφτεί» τη χάραξη της πολιτικής της στα μεγάλα ζητήματα με τα οποία βρίσκονται αντιμέτωπες οι ΗΠΑ.
