Μια δικαστική απόφαση-κόλαφος για τον Τραμπ κι ένα στυγνό πολιτικό παζάρι στις πλάτες εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων.
Λάβρος για ακόμη μία φορά κατά των δικαστών ο Αμερικανός πρόεδρος μετά την απόφαση ομοσπονδιακού δικαστή να αναστείλει προσωρινά την κατάργηση του προγράμματος DACA, το οποίο προστατεύει τους ανήλικους παράτυπους μετανάστες από απέλαση και τους επιτρέπει να εργάζονται και να σπουδάζουν στη χώρα.
Η απόφαση αυτή ήρθε μια μέρα μετά την ανακοίνωση της αμερικανικής κυβέρνησης για την απέλαση περίπου 200.000 μεταναστών από το Σαλβαδόρ ώς τον Σεπτέμβριο, οι οποίοι προστατεύονταν χάρη στο πρόγραμμα Temporary Protected Status (Προσωρινό Καθεστώς Προστασίας) που ισχύει από το 1990 για άτομα που προέρχονται από εμπόλεμες ζώνες ή από περιοχές που έχουν υποστεί εκτεταμένες φυσικές καταστροφές.
Με μήνυμά του στο τουίτερ ο Ντόναλντ Τραμπ ισχυρίστηκε ότι η απόφαση αυτή δείχνει σε όλους ότι το σύστημα είναι «άδικο» και «δεν λειτουργεί πια», επειδή «η απέναντι πλευρά σε μια υπόθεση προσφεύγει πάντα στο 9ο Εφετείο και σχεδόν πάντα κερδίζει προτού ανατραπεί (η απόφαση) από ανώτερα δικαστήρια».
Λίγο νωρίτερα, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Σάρα Χάκαμπι Σάντερς είχε χαρακτηρίσει «εξωφρενική» την απόφαση του ομοσπονδιακού δικαστηρίου να απαγορεύσει τον τερματισμό του DACA.
Υπαίτιος της οργής του Λευκού Οίκου είναι ο δικαστής Ουίλιαμ Αλσαπ, από το ομοσπονδιακό δικαστήριο του Σαν Φρανσίσκο, ο οποίος ζήτησε από την κυβέρνηση να επαναφέρει σε ισχύ το DACA στο σύνολο του αμερικανικού εδάφους εν αναμονή της τελικής απόφασης της δικαιοσύνης για το θέμα.
Το πρόγραμμα DACA (Deferred Action for Childhood Arrivals) τέθηκε σε ισχύ από τον Μπαράκ Ομπάμα το 2012 και αφορούσε ανθρώπους που έφτασαν στις ΗΠΑ όταν ήταν ακόμη ανήλικοι και κινδύνευαν με απέλαση.
Αυτούς τους ονόμασαν «ονειροπόλους» (dreamers): Μια μεγάλη ομάδα περίπου 700.000 νέων ανθρώπων που ονειρεύονται να παραμείνουν στις ΗΠΑ ως κανονικοί Αμερικανοί πολίτες και να γευτούν το «αμερικανικό όνειρο».
Τον περασμένο Σεπτέμβριο η κυβέρνηση Τραμπ έστελνε μια γερή ψυχρολουσία στους «ονειροπόλους», ανακοινώνοντας την κατάργηση του προγράμματος.
Κατά της απόφασης αυτής είχε προσφύγει στη δικαιοσύνη η πρύτανης του πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας Τζάνετ Ναπολιτάνο και πρώην υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας στην κυβέρνηση του Ομπάμα.
Οι «ονειροπόλοι»
Το απόγευμα της Τρίτης, λίγες ώρες πριν από την ανακοίνωση της δικαστικής απόφασης, ο πρόεδρος Τραμπ συζήτησε στον Λευκό Οίκο το θέμα των νεαρών «Ονειροπόλων» που προστατεύονταν από το DACA με Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς βουλευτές, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης για τη μεταρρύθμιση του μεταναστευτικού συστήματος.
Εκεί ο Τραμπ είχε πει ότι ο τερματισμός του προγράμματος θα ξεκινούσε από τον Μάρτιο, προκειμένου το Κογκρέσο να έχει τον χρόνο να βρει «μια μόνιμη λύση» για αυτά τα άτομα.
Δήλωσε επίσης ανοικτός σε μια ευρύτερη μεταρρύθμιση της μεταναστευτικής πολιτικής, η οποία αφορά περίπου 11 εκατομμύρια παράτυπους μετανάστες.
Την συνέδεσε όμως άμεσα με τη συναίνεση των Δημοκρατικών για την ενίσχυση της ασφάλειας στα σύνορα της χώρας και με την ανέγερση του διαβόητου τείχους στα σύνορα με το Μεξικό.
Είχε μάλιστα το θράσος να αποκαλέσει «νομοθεσία αγάπης» τη μελλοντική νομοθετική ρύθμιση για τους «Ονειροπόλους» και κάλεσε τους βουλευτές να βάλουν «την πατρίδα πάνω από το κόμμα».
«Χρειαζόμαστε έναν τοίχο», τόνισε και ζήτησε το τέλος αυτού που χαρακτήρισε «αλυσιδωτή μετανάστευση», αναφερόμενος στην επανένωση των οικογενειών των μεταναστών και την κατάργηση της ετήσιας λοταρίας για την παροχή πράσινων καρτών, οι οποίες επιτρέπουν την παραμονή μεταναστών στη χώρα.
Χθες, μετά τη δικαστική ψυχρολουσία, στο πλαίσιο της σύσκεψης του υπουργικού συμβουλίου, ο Αμερικανός πρόεδρος είπε ότι υπάρχει συναίνεση ως προς την αναζήτηση μιας συμφωνίας που θα συμπεριλαμβάνει την ασφάλεια των συνόρων.
Αυτό σχετίζεται και με τις δηλώσεις που έκανε αργότερα ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία Τσακ Σούμερ.
Η διακομματική συμφωνία για το μεταναστευτικό, όπως είπε, θα πρέπει να συνδεθεί με την ψήφιση του προϋπολογισμού, η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ώς τις 19 Ιανουαρίου προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να «κατεβάσει ρολά» η ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Το άδοξο τέλος του Στίβεν Μπάνον
Ηταν ένας από τους πιο έμπιστους ανθρώπους του Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας και αργότερα στην κυβέρνηση. Ο «άρχοντας του σκότους», σύμφωνα με τους επικριτές του.
Τον περασμένο Αύγουστο όμως, αναγκάστηκε να παραιτηθεί από σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού στον Λευκό Οίκο. Προχθές και από εκτελεστικός πρόεδρος του συνωμοσιολογικού ιστότοπου Breitbart News, σημείου αναφοράς για τη λεγόμενη «εναλλακτική Δεξιά» της εποχής Τραμπ.
Είχε προηγηθεί η άγρια κόντρα με τον Αμερικανό πρόεδρο μετά τη δημοσίευση του πολυσυζητημένου βιβλίου «Φωτιά και οργή», στο οποίο ο Στίβεν Μπάνον χαρακτήριζε, μεταξύ άλλων, «προδοσία» τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ τζούνιορ με Ρωσίδα δικηγόρο στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Ο πρόεδρος είπε ότι «έχει χάσει τα λογικά του», ο Μπάνον ζήτησε στη συνέχεια συγγνώμη, αλλά ήταν πια αργά.
Στον σωρό των fake news πέταξε και μια αλήθεια και το πλήρωσε πολλαπλώς. Πολύ σύντομα έγινε παρελθόν και από το Breitbart News.
«Ο Στιβ παραμένει σημαντικό μέρος της ιστορίας μας και θα του είμαστε πάντα ευγνώμονες για τη συνεισφορά του και για τα όσα μας βοήθησε να πετύχουμε», έγραψε στη σχετική ανακοίνωση ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Breitbart, Λάρι Σολόβ.
