Σε συμφωνία για ενίσχυση των σχέσεών τους στην ενέργεια και σε άλλα σημαντικά ζητήματα, συμφώνησαν ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι, ύστερα από τις συνομιλίες τους στην Ινδία που έγιναν σε ιδιαίτερα θερμό κλίμα.
Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να επεκτείνουν τους αμοιβαίους εμπορικούς τους δεσμούς, σε μια χρονική στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες πιέζουν την Ινδία να αναθεωρήσει τη δεκαετή σχέση της με τη Ρωσία. Μάλιστα, ο Πούτιν διαβεβαίωσε ότι θα συνεχίσει να παραδίδει πετρέλαιο στην Ινδία, παρά τις κυρώσεις που επέβαλαν οι ΗΠΑ στο Νέο Δελχί, υποστηρίζοντας ότι αυτές οι εισαγωγές χρηματοδοτούν τον πόλεμο στην Ουκρανία.
«Η Ρωσία είναι ένας αξιόπιστος πάροχος πετρελαίου, αερίου και άνθρακα και όλων όσων χρειάζονται για την ενεργειακή ανάπτυξη της Ινδίας», δήλωσε ο Πούτιν ενώπιον του Μόντι. Και πρόσθεσε: «Είμαστε έτοιμοι να συνεχίσουμε χωρίς διακοπή τις παραδόσεις πετρελαίου για την ραγδαία ανάπτυξη της ινδικής οικονομίας».
Χωρίς να αναφέρεται ρητά στο ρωσικό πετρέλαιο, ο Μόντι ευχαρίστησε από την πλευρά του τον προσκεκλημένο του «για την ακλόνητη υποστήριξή του στην Ινδία», προσθέτοντας πως η «ενεργειακή ασφάλεια είναι ένας σημαντικός και ισχυρός πυλώνας» της σύμπραξής τους.
Πούτιν και Μόντι ανακοίνωσαν ότι η Ινδία και η Ρωσία έχουν οριστικοποιήσει ένα πρόγραμμα οικονομικής συνεργασίας έως το 2030, το οποίο θα συντελέσει στην ενίσχυση του ετήσιου εμπορίου στα 100 δισ. δολάρια. Τόνισαν επίσης τους ισχυρούς ενεργειακούς τους δεσμούς. Σημειώνεται ότι οι εμπορικές τους συναλλαγές έφτασαν στο ποσό-ρεκόρ των 68,7 δισ. δολαρίων για το 2024-2025.
Ο Μόντι δήλωσε επίσης ότι οι δύο χώρες θα εργαστούν για την ταχεία σύναψη συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών με την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση. Ανακοίνωσε επίσης ότι η Ινδία σύντομα θα αρχίσει να εκδίδει δωρεάν ηλεκτρονικές βίζες για Ρώσους τουρίστες και ομάδες που επισκέπτονται τη χώρα. Πρόσθεσε ότι η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί εδώ και καιρό εδραιωμένο δεσμό Ινδίας-Ρωσίας, με τη συνεργασία στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας για πολιτικούς σκοπούς να εκτείνεται εδώ και δεκαετίες. Όπως είπε, η εν λόγω συνεργασία θα συνεχιστεί, παράλληλα με τη συνεργασία στην καθαρή ενέργεια, τη ναυπηγική βιομηχανία, τα λιπάσματα και την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού.
Οι πιέσεις των ΗΠΑ
Σε κάθε περίπτωση, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να απομακρύνουν την Ινδία από την επιρροή της Ρωσίας. Η Ουάσινγκτον κατηγορεί το Νέο Δελχί πως χρηματοδοτεί τη ρωσική πολεμική μηχανή στην Ουκρανία, καθώς εξακολουθεί να αγοράζει πετρέλαιο από τη Μόσχα.
Ενώ η Ινδία ιστορικά διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Ρωσία, αναλυτές υποστηρίζουν πως η επίσκεψη του Πούτιν θα μπορούσε να επιδεινώσει τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ και να θέσει σε κίνδυνο τις διαπραγματεύσεις για σημαντικές εμπορικές συμφωνίες και με τις δύο χώρες, οι οποίες θεωρούνται κρίσιμες για τις εξαγωγές από το Νέο Δελχί.
Στα τέλη Αυγούστου, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέβαλε επιπλέον δασμούς 50% στις ινδικές εξαγωγές, εν μέσω διμερών συζητήσεων για την υπογραφή μιας συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών. Ο ένοικος του Λευκού Οίκου έχει επανειλημμένως δηλώσει έκτοτε ότι ο Μόντι τού έχει υποσχεθεί πως θα τερματίσει τις εισαγωγές ρωσικού αργού πετρελαίου, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 36% του όγκου του πετρελαίου που διυλίζεται στην Ινδία.
Το Νέο Δελχί δεν το έχει επιβεβαιώσει, αλλά έχει μειώσει τις αγορές ρωσικού πετρελαίου, σύμφωνα με την πλατφόρμα εμπορικών πληροφοριών Kpler, ενώ πολλές ινδικές εταιρείες αποφεύγουν να προμηθεύονται πετρέλαιο από τη Μόσχα.
Η αναφορά στο Ουκρανικό
Πριν από την έναρξη της συνάντησης, ο Μόντι χαρακτήρισε τον προσκεκλημένο του «αληθινό φίλο» και εμφανίστηκε αισιόδοξος σχετικά με μια ειρηνική επίλυση της ρωσοουκρανικής σύγκρουσης. «Οφείλουμε όλοι να ξαναβρούμε τον δρόμο της ειρήνης», επέμεινε.
«Ευχαριστώ για τις προσπάθειές σας με στόχο να εξευρεθεί μια διευθέτηση σε αυτή την κατάσταση», απάντησε ο Πούτιν, πλέκοντας το εγκώμιο των «ιστορικά βαθιών» σχέσεων και της «πολύ μεγάλης εμπιστοσύνης στη στρατιωτική και τεχνική συνεργασία» ανάμεσα στην Ινδία και τη Ρωσία.
Μέχρι στιγμής η Ινδία έχει αποφύγει να καταδικάσει ανοικτά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, καταφέρνοντας παράλληλα να διατηρήσει τους δεσμούς της με τις ΗΠΑ και την ΕΕ.
