Ενδελεχείς έρευνες συνεχίζονται στους πολυώροφους πύργους κατοικιών στο Χονγκ Κονγκ που καταστράφηκαν από τεράστια πυρκαγιά, η οποία κόστισε τη ζωή σε πάνω από 150 ανθρώπους και άφησε άστεγους εκατοντάδες. Την ίδια ώρα, η οργή των κατοίκων ξεχειλίζει, με την κυβέρνηση να προσπαθεί να την κατευνάσει μέσω της καταστολής.
Πίσω από την τραγωδία, υπάρχουν άνθρωποι που βίωσαν τον εφιάλτη αλλά πήραν την κατάσταση στα χέρια τους. «Η καρδιά μου ραγίζει κάθε φορά που με αποκαλούν ήρωα», εξομολογήθηκε στο BBC ο 40χρονος Γουίλιαμ Λι, επιζών της θανατηφόρας φωτιάς.
→ Ο Γουίλιαμ Λι βόηθησε τους γείτονές τους να διαφύγουν από τις πολυκατοικίες, την ώρα που αυτές τυλίγοντας στις φλόγες. Αντί όμως για υπερηφάνεια, νιώθει ενοχή. Πιστεύει ότι θα μπορούσε να είχε σώσει περισσότερους, όπως δήλωσε στο BBC.
Οι παραλείψεις
Μία εβδομάδα μετά τη φονική πυρκαγιά, οι πυροσβέστες συνεχίζουν τις έρευνες για τον εντοπισμό 30 αγνοουμένων, γείτονες του Λι που εγκλωβίστηκαν στα σπίτια τους όταν ξέσπασε η φωτιά.
Τα αίτια της πυρκαγιάς καθώς και το γιατί δεν μπόρεσαν να διαφύγουν περισσότεροι άνθρωποι, ερευνάται από ανεξάρτητη επιτροπή που διέταξε ο επικεφαλής της διοίκησης του Χονγκ Κονγκ.
Ήδη έχουν εντοπιστεί σημαντικές παραλείψεις στην ασφάλεια των κατοικιών, μεταξύ των οποίων και η δυσλειτουργία των πυρανιχνευτών. Η απουσία συναγερμού ήταν και ο λόγος που ο Λι δεν ανησύχησε ιδιαίτερα όταν η σύζυγός του τον ενημέρωσε τηλεφωνικά ότι ξέσπασε φωτιά στο κτίριο.
Χωρίς να αντιληφθεί τον κίνδυνο, πέρασε σχεδόν δέκα λεπτά μαζεύοντας τα πράγματά του. Όμως μόλις άνοιξε την πόρτα, αντίκρυσε πυκνό καπνό. Αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει και να ξαναμπεί στο διαμέρισμα. Στην άλλη άκρη της γραμμής, η σύζυγός του είχε πανικοβληθεί. Εκείνος όμως δεν είχε περιθώριο για πανικό. Έβαλε βρεγμένες πετσέτες κάτω από την πόρτα, προσπαθώντας να εμποδίσει τον καπνό να μπει στο διαμέρισμα. Έπρεπε να αποφασίσει γρήγορα ποιες θα ήταν οι επόμενες κινήσεις του.
«Αν της είχα πει να φύγει ένα λεπτό νωρίτερα, ίσως να ζούσε»
Τότε άκουσε φωνές από τον διάδρομο, όπου ο καπνός ήταν τόσο πυκνός που δεν έβλεπε ούτε δυο βήματα μπροστά του. Καλύπτοντας το πρόσωπό του με βρεγμένη πετσέτα, βγήκε στον διάδρομο και βρήκε δύο γείτονες. Τους πήρε μαζί του για να προστατευτούν σπίτι του.
Την ίδια στιγμή, σε διπλανό κτίριο, η 66χρονη Bai Shui Lin χτυπούσε πόρτες γειτόνων της για να τους προειδοποιήσει. Έσωσε τουλάχιστον τρεις ανθρώπους. Η ίδια δεν επέζησε – τα παιδιά της αναγνώρισαν τη σορό της το Σαββατοκύριακο.
«Αν της είχα πει να φύγει ένα λεπτό νωρίτερα, ίσως να ζούσε», είπε ο γιος της, Γιπ Κα-Κουί, στο CBS. «Αλλά δεν θα έφευγε χωρίς να ειδοποιήσει τους άλλους».
Στο σπίτι του Λι, το ζευγάρι που είχε σώσει του είπε πως άκουσαν μια φωνή στον διάδρομο. Ήταν μιας οικιακής βοηθού που αναζητούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Λίγα λεπτά αργότερα, η φωνή σίγησε.
Αυτή τη φορά ο ίδιος δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα. «Νιώθω ενοχές», είπε. «Κάποιοι άνθρωποι δεν σώθηκαν κι εγώ δεν άνοιξα ξανά την πόρτα για να τους ψάξω».
Παγιδευμένος, περίμενε περισσότερες από δύο ώρες μέχρι να φτάσουν οι πυροσβέστες.
Ο Λι και το ζευγάρι συνειδητοποίησαν όσο περνούσε η ώρα ότι έπρεπε να διαφύγουν. Η μία έξοδος κινδύνου είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Η άλλη, σύμφωνα με τον γείτονά του, ήταν κλειδωμένη. Το να πηδήξουν από τον δεύτερο όροφο ήταν αδύνατο λόγω της φωτιάς.
Ο Λι ένιωσε ότι ίσως έφτανε το τέλος. Άρχισε να στέλνει μηνύματα μέσω WhatsApp στους φίλους του: «Δεν μπορώ να ξεφύγω. Αν μου συμβεί κάτι, φροντίστε τα παιδιά μου. Φροντίστε τους εαυτούς σας».
Περίπου δυόμισι ώρες μετά τη φωτιά, οι πυροσβέστες προσέγγισαν το διαμέρισμά του με γερανό. Η γυναίκα του ζευγαριού δήλωσε στα μέσα ενημέρωσης ότι ο Λι επέμενε να σωθεί πρώτα η ίδια με τον άντρα της. «Είμαστε μεγαλύτεροι, του είπαμε ότι έπρεπε να φύγει εκείνος. Δεν δέχτηκε. Είπε πως ήταν νέος και άντεχε περισσότερο».
«Να πάρουμε απαντήσεις και δικαιοσύνη»
Όταν τελικά ήρθε η σειρά του, δίστασε να εγκαταλείψει το σπίτι του. Ήταν ολόκληρη η ζωή του. Λίγο αργότερα επανενώθηκε με την οικογένειά του σε ένα κοντινό εστιατόριο φαστ φούντ.
Όταν έφτασε στο νοσοκομείο συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. «Στα επείγοντα ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται. Η μυρωδιά του καμένου “είχε ποτίσει” μέσα μου και το μόνο που ήθελα ήταν να φύγει».
Αφού μεταφέρθηκε σε θάλαμο κατά τις 3, άφησε τον εαυτό του να κλάψει. «Άλλες φορές ήθελα να φύγω από το νοσοκομείο όσο πιο γρήγορα γίνεται. Αυτή τη φορά, όταν η νοσοκόμα με ρώτησε αν θέλω να πάω σπίτι, δεν ήθελα να φύγω. Ήξερα ότι απέξω με περιμένει κάτι που ακόμη δεν μπορώ να αντέξω».
Παρόλα αυτά, έχει πάρει μια απόφαση: να μιλήσει δημόσια, σε όσες περισσότερες συνεντεύξεις μπορεί.
«Ελπίζω πολλοί να βγουν μπροστά για να βρεθεί η αλήθεια», λέει. «Ελπίζω ότι οι κάτοικοι του Γουάνγκ Φουκ Κορτ θα πάρουν απαντήσεις και δικαιοσύνη».
-980x552.png)