Οι αρχές του Πεκίνου αποκάλυψαν υπόθεση κατασκοπίας, ανακοινώνοντας ότι εμπλέκεται πρόσωπο με κινεζική υπηκοότητα, το οποίο φέρεται να έδινε κρίσιμες απόρρητες πληροφορίες έναντι χρηματικής αμοιβής στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ.
Το πρόσωπο με το επώνυμο Ζενγκ, για το οποίο δεν διευκρινίζεται ούτε το φύλο του, φέρεται να είναι 52 ετών και εργαζόταν σε εταιρεία του στρατιωτικοβιομηχανικού τομέα.
Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζουν οι κινεζικές υπηρεσίες ο/η Ζενγκ είχε πάει στην Ιταλία για σπουδές κι εκεί απέκτησε φιλική σχέση με πράκτορα της CIA με κωδική ονομασία «Σεθ» τοποθετημένο στην αμερικανική πρεσβεία στη Ρώμη. Το πρόσωπο πέρασε από ειδική εκπαίδευση πριν επιστρέψει στην Κίνα για κατασκοπία.
Σύμφωνα με το υπουργείο ο πράκτορας της CIA έπεισε τον/την Ζενγκ να δίνει ευαίσθητες πληροφορίες για τον στρατό της Κίνας, με αντάλλαγμα τεράστια χρηματική αμοιβή. Επίσης, υποσχέθηκε βοήθεια ώστε να μπορέσει με την οικογένειά του/της να εγκατασταθεί στις ΗΠΑ.
Η υπόθεση προσελκύει ήδη τεράστια προσοχή στην Κίνα. Είναι ανάμεσα στα πιο διαβασμένα και σχολιασμένα ζητήματα στον ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης Weibo από το πρωί.
Η τροποποίηση της νομοθεσίας γύρω από την κατασκοπεία στην Κίνα έχει τρομάξει αρκετές αμερικανικές εταιρείες με δραστηριότητες στην κινεζική αγορά, καθώς οι σχέσεις ανάμεσα στις δυο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου δεν παύουν να επιδεινώνονται τα τελευταία χρόνια.
Με βάσει τις αλλαγές που έγιναν η «υποστήριξη υπηρεσιών κατασκοπίας και πρακτόρων τους» καθώς και η απόκτηση χωρίς άδεια «εγγράφων, δεδομένων, υλικών και ειδών που συνδέονται με την ασφάλεια και με τα εθνικά συμφέροντα» μπορεί να οδηγήσει στην απαγγελία κατηγοριών για κατασκοπεία.
Οι αλλαγές αυτές «εγείρουν θεμιτές ανησυχίες όσον αφορά κάποιες συνηθισμένες εμπορικές δραστηριότητες, καθώς ορισμένες από αυτές μπορεί να θεωρηθούν κατασκοπεία», επισήμανε ο Κρεγκ Άλεν, ο πρόεδρος του US-China Business Council, σε πρόσφατο κείμενό του.
«Η εμπιστοσύνη στην κινεζική αγορά θα τρωθεί περαιτέρω αν ο νόμος εφαρμόζεται συχνά και χωρίς ξεκάθαρη, στενή και άμεση σύνδεση με δραστηριότητες που θεωρείται οικουμενικά ότι αποτελούν κατασκοπεία», πρόσθεσε ο κ. Άλεν.
