«Οι πολιτικοί είναι άνθρωποι. Δίνουμε ό,τι μπορούμε, για όσο μπορούμε και ύστερα έρχεται η ώρα μας. Και για μένα αυτή η ώρα έχει έρθει». Ως κεραυνός εν αιθρία έπεσε χθες η είδηση ότι η πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας, Τζασίντα Αρντερν, παραιτείται από το αξίωμά της και δεν θα διεκδικήσει νέα θητεία. Μία από τις πιο συμπαθείς φιγούρες της διεθνούς πολιτικής σκηνής -από τις ελάχιστες συμπαθείς, για να ακριβολογούμε- η Αρντερν δήλωσε ότι δεν έχει άλλα «αποθέματα δυνάμεων» για να συνεχίσει να κάνει αυτή τη δουλειά «όπως πρέπει».
Με μια ομιλία ζεστή, ειλικρινή και βαθιά ανθρώπινη στη Βουλή, η οποία ξεκίνησε χθες και πάλι τις εργασίες της μετά τις θερινές διακοπές (νότιο ημισφαίριο, γαρ), αποχαιρέτησε τους συμπολίτες της, δήλωσε ότι θα αποχωρήσει ώς τις 7 Φεβρουαρίου (την Κυριακή το Εργατικό Κόμμα θα πρέπει να εκλέξει νέο επικεφαλής), αλλά θα παραμείνει βουλευτίνα ώς τις 14 Οκτωβρίου, οπότε θα διεξαχθούν οι επόμενες βουλευτικές εκλογές. Η Τζασίντα Αρντερν, η οποία ήταν μόλις 37 χρόνων το 2017 όταν έγινε πρωθυπουργός, έδωσε το δικό της ξεχωριστό παράδειγμα άσκησης πολιτικής. Οχι μόνο γιατί έναν χρόνο αργότερα απέκτησε την κόρη της, όντας η δεύτερη γυναίκα πρωθυπουργός μετά την Μπεναζίρ Μπούτο που έγινε μητέρα κατά τη διάρκεια της θητείας της, ή γιατί δεν είναι -ακόμα- επίσημα παντρεμένη με τον σύντροφό της. Κυρίως γιατί επέδειξε ένα ασυνήθιστο κράμα νηφαλιότητας, ενσυναίσθησης και αποφασιστικότητας τόσο στην εσωτερική όσο και στη διεθνή πολιτική σκηνή.
Ηταν εκείνη που φορώντας μαντίλα αγκάλιαζε τους επιζήσαντες και τους συγγενείς των 51 θυμάτων της ρατσιστικής επίθεσης σε δύο τζαμιά του Κράιστσερτς το 2019 και αμέσως μετά δεν δίστασε να δυσαρεστήσει τους θερμοκέφαλους πιστολάδες περνώντας νόμο για την απαγόρευση των πιο επικίνδυνων ημιαυτόματων όπλων και κατάσχοντας δεκάδες χιλιάδες εξ αυτών. Δεν δίστασε επίσης να κλείσει τα σύνορα της χώρας μετά το ξέσπασμα της πανδημίας υιοθετώντας πολιτική μηδενικής covid (και πάλι δυσαρεστώντας σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού), όπως και να την εγκαταλείψει μετά την αύξηση των εμβολιασμών και την εμφάνιση μεταδοτικότερων μεταλλάξεων.
Σε μια εποχή όπου ο νεοφιλελευθερισμός ήταν το απαράβατο δόγμα, η Τζασίντα Αρντερν υιοθέτησε πολιτικές σοσιαλδημοκρατικών αποχρώσεων, έστω και χωρίς απόλυτη επιτυχία, καθώς οι μεν υποστηρικτές της θεωρούν ότι δεν έκανε αρκετά για το στεγαστικό πρόβλημα και την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας, oι δεν αντίπαλοί της της καταλογίζουν ελλιπή αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της εγκληματικότητας και των οικονομικών προβλημάτων.
Η Τζασίντα Αρντερν δεν γλίτωσε ούτε αυτή, όπως όλες οι γυναίκες πολιτικοί, από τις σεξιστικές επιθέσεις των πολιτικών αντιπάλων της. Κάποιες κακές γλώσσες μάλιστα ισχυρίζονται ότι παραιτείται προκειμένου να μην ηττηθεί στην κάλπη, καθώς τα γκάλοπ δείχνουν το Εργατικό Κόμμα να χάνει από το συντηρητικό Εθνικό. Οποιοι κι αν είναι οι πραγματικοί λόγοι της παραίτησής της, το μόνο βέβαιο είναι ότι η Τζασίντα Αρντερν δεν είναι «κολλημένη με την καρέκλα» ούτε διατεθειμένη να πουλήσει την ψυχή της στον διάολο για να την κρατήσει. Οπως σχολίαζε χθες και η αρθρογράφος της Guardian, Μαρίνα Χάιντ, «η Τζασίντα Αρντερν ήξερε πότε να παραιτηθεί. Σε αντίθεση με κάποιους άλλους πολιτικούς που θα μπορούσα να αναφέρω». Ολοι θα μπορούσαμε…
