Αρνήθηκε να πληρώσει τα λεφτά που της ζήτησαν οι αστυνομικοί για να αφήσουν ελεύθερο τον σύζυγό της κι εκείνοι την έκαψαν ζωντανή. Αυτό πρόλαβε να καταγγείλει σε εισαγγελέα, λίγο πριν ξεψυχήσει, η 40χρονη Ινδή Νίτου Ντουιβέντι.
Στη συγκλονιστική της κατάθεση σε εισαγγελέα, από το δωμάτιο του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν με εγκαύματα στο 80% του σώματός της, η γυναίκα είπε ότι την περασμένη Δευτέρα πήγε στο Αστυνομικό Τμήμα του Μπαραμπάνκι, στο κρατίδιο Ουτάρ Πραντές, για να ζητήσει να αφεθεί ελεύθερος ο σύζυγός της που κρατούνταν από το Σάββατο ανακρινόμενος για υπόθεση απόπειρας φόνου.
Κατονομάζοντας δύο αστυνομικούς, κατήγγειλε πως της ζήτησαν 100.000 ρουπίες (κάπου 1.500 δολάρια) για να αφήσουν ελεύθερο τον σύζυγό της. Οταν αρνήθηκε να τους δωροδοκήσει, εκείνοι της επιτέθηκαν και αποπειράθηκαν να την κακοποιήσουν. «Με πήγαν σε ένα δωμάτιο του αστυνομικού τμήματος. Μου άρπαξαν τα κοσμήματά μου και προσπάθησαν να με ατιμάσουν. Κι όταν σήμανα συναγερμό με τις φωνές μου, με περιέλουσαν με βενζίνη και μου έβαλαν φωτιά», είπε στον εισαγγελέα, σύμφωνα με τους «Hindustan Times». Μία ημέρα μετά την κατάθεσή της η άτυχη γυναίκα έχασε τη μάχη για τη ζωή.
Προκλητική κατάθεση
Μετά την καταγγελία της, ο πρωθυπουργός του Ουτάρ Πραντές, Ακίλες Γιαντάβ, ανακοίνωσε πως οι αρχές ήδη έπαυσαν τους δύο αστυνομικούς. Αυτοί ωστόσο υποστήριξαν πως δεν πείραξαν τη Νίτου και πως απλώς εκείνη αυτοπυρπολήθηκε μπροστά από την είσοδο του αστυνομικού τμήματος -χρησιμοποιώντας μάλιστα βενζίνη που η ίδια είχε φέρει μαζί της- «σε ένα ξέσπασμα οργής». Ο γιος τής Ντουιβέντι, Σαντός, δημοσιογράφος σε τοπικό μέσο, ξεκαθαρίζει πως η μητέρα του δεν είχε κανένα λόγο να αυτοκτονήσει και αποκαλύπτει:
«Την απείλησαν πως αν δεν φέρει τις 100.000 ρουπίες θα “τυλίξουν τον πατέρα μου σε μια κόλλα χαρτί” κατηγορώντας τον για φόνο. Κι όταν κατάλαβαν πως δεν θα τους έδινε τα χρήματα, την έριξαν στο πάτωμα, τη χτύπησαν, την πρόσβαλαν και της έβαλαν φωτιά».
Ενδεικτικό του πόσο πιθανό είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη είναι το γεγονός ότι, όπως διευκρίνισαν αξιωματούχοι της αστυνομίας σε τηλεοπτικό δίκτυο, οι δύο αστυνομικοί δεν παύτηκαν με την κατηγορία του φόνου, αλλά «της μη σωστής διαχείρισης της κατάστασης και της παρακίνησης σε αυτοκτονία»!
Και ακόμη πιο ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα επίσημα στοιχεία που δημοσιοποίησαν οι ινδικές αρχές, από τους 61.765 αστυνομικούς που καταγγέλθηκαν το 2011 για «κατάχρηση εξουσίας», μόνο 913 δικάστηκαν και μόλις 47 καταδικάστηκαν. Και όταν οι καταγγελίες αφορούσαν κακοποίηση και βία κατά γυναικών οι δίκες και οι καταδίκες ήταν αναλογικά ακόμη λιγότερες. Μια σκανδαλώδης πρακτική ατιμωρησίας, από την οποία στην περίπτωση των εγκλημάτων κατά των γυναικών επωφελούνται όλοι οι δράστες, ανεξαρτήτως ιδιότητας ή επαγγέλματος.
Σε αυτή τη χώρα όπου μία γυναίκα χάνει τη ζωή της κάθε λεπτό καμένη ζωντανή από συγγενείς του συζύγου της για την προίκα, η βία κατά των γυναικών δεν είναι απλώς ποινικό πρόβλημα αλλά κοινωνική μάστιγα. Μετά τη διεθνή κατακραυγή για τον ομαδικό βιασμό και τη δολοφονία μιας νέας σε λεωφορείο στο Νέο Δελχί τον Δεκέμβριο του 2012, η κυβέρνηση υποσχέθηκε πολλές αλλαγές: αύξηση της ποινής κάθειρξης για τους βιαστές, ειδικά ταχύρρυθμα δικαστήρια για κακοποίηση γυναικών, περισσότερα καταφύγια, ειδικές μονάδες στα Αστυνομικά Τμήματα.
Αλλά ελλείψει εφαρμοστικών μηχανισμών και αποτελεσματικών ασφαλιστικών μέτρων και με απαράλλακτη την πατριαρχική νοοτροπία θεσμών και κοινωνίας, οι δράστες κάθε άλλο παρά αποθαρρύνονται. Την τελευταία πενταετία η αναλογία των εγκλημάτων κατά των γυναικών στο σύνολο των εγκλημάτων της Ινδίας αυξήθηκε από το 9,2% στο 11,2%.
