Στη σκιά της αποτυχίας των G7 να πείσουν τον Αμερικανό πρόεδρο να παράταση της ημερομηνίας αποχώρησης πέραν της 31ης Αυγούστου, η ανθρωπιστική κρίση στη χώρα γιγαντώνεται, ενώ εκφράζονται φόβοι για την ασφάλεια χιλιάδων Αφγανών που θα εγκλωβιστούν στη χώρα.
Οι χθεσινές συζητήσεις στην τηλεδιάσκεψη των επτά πιο ισχυρών οικονομιών αποδείχθηκαν μάταιες, με τον Τζο Μπάιντεν να επιμένει ότι οι ΗΠΑ θα συμμορφωθούν με τη διορία αποχώρησης από το Αφγανιστάν (31 Αυγούστου) υπό τον φόβο τρομοκρατικής επίθεσης.

Στο πλαίσιο των χθεσινών συζητήσεων Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, αλλά και ο Καναδάς επιχείρησαν να πιέσου τις ΗΠΑ, χωρίς αποτέλεσμα, ενώ, πλέον, οι προσπάθειες της Δύσης, ενδέχεται να επικεντρωθούν στο να αυξηθεί η οικονομική πίεση προς τους Ταλιμπάν. Ο Αμερικανός πρόεδρος, άφησε ένα μικρό παραθυράκι ανοιχτό, υπογραμμίζοντας, όμως ότι ο στόχος αυτή τη στιγμή είναι η τελευταία ημέρα του Αυγούστου.
Πληροφορίες από το βρετανικό υπουργείο Άμυνας ανέφεραν ότι οι G7 σκέφτονται να προχωρήσουν σε παρακράτηση σημαντικών κεφαλαίων από την οικονομική βοήθεια προς την Καμπούλ θέτοντας ως όρους να μπει φρένο στη συνεργασία των Ταλιμπάν με τρομοκρατικές οργανώσεις, αλλά και να σταματήσει η ισλαμιστική ομάδα να κερδίσει σημαντικά έσοδα από εμπόριο ναρκωτικών. Παράλληλα, οι G7 φέρονται να ζητούν και εκπαίδευση των κοριτσιών έως τα 18 τους έτη.
Σύμφωνα, ακόμη, με το βρετανικό υπουργείο Άμυνας, το Λονδίνο αναζητά άλλο αεροδρόμιο εκτός της Καμπούλ ώστε να συνεχιστούν προσπάθειες εκκένωσης, ενώ εκτιμάται ότι η αφγανική πρωτεύουσα θα έχει εκκενωθεί πλήρως στις επόμενες 24-36 ώρες, κάτι που σημαίνει ότι χιλιάδες άνθρωποι θα μείνουν πίσω.
Το ΝΑΤΟ, ωστόσο, όπως σημειώνει το Reuters, ζητά από τις γειτονικές χώρες να ανοίξουν τα σύνορά τους ώστε να επιτρέψουν σε περισσότερους Αφγανούς να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Αξιωματούχος της Συμμαχίας, στη σκιά προειδοποιήσεων από διεθνείς οργανισμούς για επιδείνωση της ανθρωπιστικής κρίσης, ανέφερε ότι «το Ιράν, το Πακιστάν και το Τατζικιστάν θα έπρεπε να δέχονται περισσότερους ανθρώπους μέσω αέρα ή από τα χερσαία σύνορά τους».
Κι ενώ συνεχίζονται οι εικόνες χάους συνεχίζονται στο αεροδρόμιο της αφγανικής πρωτεύουσας, οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι έως και 14 εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με συνθήκες ακραίας πείνας. Παράλληλα, υψηλότατος παραμένει ο κίνδυνος έξαρσης ασθενειών, ενώ, παρά το διαφορετικό προφίλ που επιχειρούν να χτίσουν οι Ταλιμπάν, εκφράζονται φόβοι και για γενικευμένους διωγμούς.
Οι ηγέτες των Ταλιμπάν επιμένουν πως εγγυώνται την ασφάλεια όσων παραμείνουν εντός της χώρας, ενώ σε εξέλιξη βρίσκονται οι συζητήσεις για σχηματισμό νέας κυβέρνησης και με τη συμμετοχή στελεχών, αλλά και του ίδιου του πρώην προέδρου, Χαμίντ Καρζάι.

Η Παγκόσμια Τράπεζα ανέστειλε τις χορηγήσεις της
Η Παγκόσμια Τράπεζα ανέστειλε τις εκταμιεύσεις ποσών στο πλαίσιο των προγραμμάτων της στο Αφγανιστάν αφότου την εξουσία στη χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας κατέλαβε το ισλαμιστικό ένοπλο κίνημα των Ταλιμπάν και παρακολουθεί στενά την κατάσταση εκεί, δήλωσε εκπρόσωπος του χρηματοπιστωτικού οργανισμού της Ουάσινγκτον έπειτα από συνεδρίαση του εκτελεστικού συμβουλίου της για το ζήτημα.
«Είμαστε βαθιά ανήσυχοι για την κατάσταση στο Αφγανιστάν και τον αντίκτυπό της στις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, ειδικά για τις γυναίκες», σύμφωνα με την πηγή αυτή.
Η Παγκόσμια Τράπεζα θα συνεχίσει να βρίσκεται σε στενή επαφή με τη διεθνή κοινότητα και εταίρους της παρακολουθώντας τις εξελίξεις και αναζητώντας «μέσα (…) για να συνεχίσει να υποστηρίζει τον αφγανικό λαό» και να προασπίσει «κέρδη κατακτημένα με αγώνες».
Δεν διευκρινίστηκε ποιο είναι το ύψος των προγραμματισμένων χορηγήσεων που ανεστάλησαν αφότου κατέλαβαν την εξουσία στο Αφγανιστάν.
Η Παγκόσμια Τράπεζα το τρέχον διάστημα εμπλεκόταν σε περίπου 20 αναπτυξιακά προγράμματα στο Αφγανιστάν και έχει χορηγήσει κάπου 5,3 δισεκ. δολάρια από το 2002 στη χώρα, κυρίως με τη μορφή επιχορηγήσεων.
Ο έτερος χρηματοπιστωτικός οργανισμός της Ουάσινγκτον, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ανακοίνωσε τη 18η Αυγούστου ότι επίσης αναστέλλει τις χορηγήσεις προς το Αφγανιστάν εξαιτίας της αβεβαιότητας ως προς τη διακυβέρνηση της χώρας.
«Αυτή τη στιγμή υπάρχει έλλειψη σαφήνειας στη διεθνή κοινότητα ως προς την αναγνώριση κυβέρνησης στο Αφγανιστάν, κατά συνέπεια η χώρα δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στα ΕΤΔ (σ.σ. Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα) ή άλλους πόρους του ΔΝΤ», ανέφερε ο οργανισμός.
Κανονικά το ΔΝΤ θα εκταμίευε την τελευταία δόση του προγράμματος δανεισμού που είχε συμφωνηθεί την 6η Νοεμβρίου 2020, ύψους 370 εκατ. δολαρίων. Η δεύτερη δόση, ύψους 149,4 εκατ. δολαρίων, είχε χορηγηθεί τον Ιούνιο. Απέμεναν περίπου 105,6 εκατ. δολάρια στο πλαίσιο του προγράμματος πίστωσης με σκοπό τη στήριξη της αφγανικής οικονομίας, που πέραν του πολέμου δοκιμαζόταν από την πανδημία του νέου κορονοϊού.
Ο διοικητής της αφγανικής κεντρικής τράπεζας, ο Άτζμαλ Αχμάντι, ο οποίος εγκατέλειψε τη χώρα αφού κατέλαβαν την εξουσία οι Ταλιμπάν, ανέφερε μέσω Twitter ότι η Καμπούλ επρόκειτο να λάβει την 23η Αυγούστου κάπου 340 εκατ. δολάρια από το ΔΝΤ, υπό μορφή νέων Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων, για την αύξηση των αποθεματικών της.
