Το Πεκίνο και κατ’ επέκταση η Κίνα δεν ξεμπέρδεψε με τον νέο κορονοϊό, παρότι τον Μάρτιο η χώρα κήρυξε τη νίκη στον τρίμηνο «πόλεμο» εναντίον του. Μετά από 57 μέρες στις οποίες δεν καταγράφηκε κανένα τοπικό (δηλαδή μη «εισαγόμενο» από ταξιδιώτες του εξωτερικού) κρούσμα στην κινεζική πρωτεύουσα των 21,5 εκατομμυρίων κατοίκων, ξαφνικά την τελευταία βδομάδα οι μολύνσεις ανθρώπων έχουν αρχίσει να πολλαπλασιάζονται ξανά, πυροδοτώντας φόβους για ξέσπασμα δεύτερου κύματος της πανδημίας στην ασιατική χώρα απ’ όπου ξεπήδησε αυτή η συμφορά για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης και διεθνούς γοήτρου, προκειμένου να μη φανεί ότι υπήρξε πισωγύρισμα με απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για τη χώρα όσο και για την υπόλοιπη υφήλιο, οι κινεζικές αρχές πασχίζουν να δείξουν ότι η κατάσταση στο Πεκίνο παραμένει υπό έλεγχο, μολονότι χαρακτηρίζεται επίσημα ως «εξαιρετικά σοβαρή» ούτως ώστε να μην προκληθεί νέα κατακραυγή για συγκάλυψη της κρίσης.
Επειτα από δύο μήνες σταδιακής μετάβασης προς μια σχετική ομαλότητα σε όλη τη χώρα, το επίπεδο υγειονομικού συναγερμού στην πρωτεύουσα αυξήθηκε στο δεύτερο υψηλότερο, καθώς τα τελευταία 24ωρα έχουν εντοπιστεί τουλάχιστον 137 νέα κρούσματα.
Επίκεντρο της επανεμφάνισης του ιού είναι πάλι μια αγορά: η αχανής Σινφάντι, που τροφοδοτεί με κρέας και λαχανικά το 80% των κατοίκων του Πεκίνου, δεχόμενη καθημερινά δεκάδες χιλιάδες καταναλωτές. Αποφεύγοντας προς το παρόν να επιβάλουν ξανά δρακόντεια μέτρα καθολικής καραντίνας που θα παρέλυαν εκ νέου την οικονομική δραστηριότητα, οι αρχές έθεσαν σε αποκλεισμό τουλάχιστον 27 συνοικίες της πρωτεύουσας, κηρύσσοντάς τες μετρίως επικίνδυνες, ενώ άλλη μία κοντά στην αγορά κηρύχθηκε πολύ επικίνδυνη.
Η νόσος Covid-19 έχει αναζωπυρωθεί στα εννιά από τα δεκαεφτά διαμερίσματα της μεγαλούπολης, όλες οι μετακινήσεις από και προς την οποία ελέγχονται πλέον αυστηρά. Περισσότερες από 1.250 πτήσεις ακυρώθηκαν χθες, τα σχολεία ξανάκλεισαν και οι διαγνωστικοί έλεγχοι εντατικοποιήθηκαν, με έμφαση στους εργαζόμενους στη Σινφάντι και σε δυο άλλες αγορές που επίσης έκλεισαν επειδή εντοπίστηκαν κρούσματα.
Κάποιοι αξιωματούχοι υπονόησαν εμμέσως πλην σαφώς ότι ο ιός επανήλθε στο Πεκίνο από το εξωτερικό και δη από την Ευρώπη, έπειτα από πληροφορίες τοπικών μέσων ενημέρωσης για ίχνη του σε επιφάνειες κοπής εισαγόμενου σολομού στη Σινφάντι. Η Κίνα ανέστειλε μάλιστα τις εισαγωγές ευρωπαϊκού σολομού.
Ωστόσο, ο Σι Γκουοκίνγκ, υποδιευθυντής του κινεζικού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων, δήλωσε πως δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο σολομός ήταν ο ξενιστής του ιού, αποδίδοντας την έξαρση των κρουσμάτων σε μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Μετά από επαφές των αρμόδιων αρχών της Κίνας και της Νορβηγίας (του μεγαλύτερου εξαγωγέα σολομού στον κόσμο), αμφότερες κατέληξαν στο συμπέρασμα πως το συγκεκριμένο νορβηγικό ψάρι δεν ήταν η πηγή της μόλυνσης, όπως είπε χθες ο Νορβηγός υπουργός Αλιείας και Θαλασσινών, Οντ Εμιλ Ινγκεμπράιγκτσεν.
Σύμφωνα με την Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων της σκανδιναβικής χώρας, δεν υφίστανται τεκμήρια ότι τα ψάρια εν γένει μπορεί να μολυνθούν από τον νέο κορονοϊό.
