Η Κίνα πιστώνεται «μείζονα στρατηγικά επιτεύγματα» στον αγώνα της κατά του νέου κορονοϊού, ωστόσο «επί του παρόντος η επιδημία δεν έχει ακόμα τελειώσει», διακήρυξε ο Κινέζος πρωθυπουργός Λι Κεκιάνγκ ενώπιον του προέδρου Σι Τζινπίνγκ και 3.000 βουλευτών την Παρασκευή – ημέρα έναρξης της ετήσιας συνεδρίασης της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης της χώρας, που καθυστέρησε να ξεκινήσει τις φετινές εργασίες της λόγω του ξεσπάσματος της πανδημίας.
Καθώς το κομμουνιστικό καθεστώς στο Πεκίνο επικρίνεται σφοδρά για αρχική συγκάλυψη της υγειονομικής κρίσης, έχοντας μπει στο προεκλογικό στόχαστρο του Ντόναλντ Τραμπ που στηλιτεύει διαρκώς την Κίνα ως βασική υπεύθυνη για την παγκόσμια διασπορά του «κινεζικού ιού», απειλώντας την με αντίποινα (και για το Χονγκ Κονγκ), ο Λι προέβη στη σπάνια παραδοχή πως υπάρχει «ακόμα χώρος για βελτίωση στο έργο της κυβέρνησης». Εν μέσω πρωτόγνωρης δε οικονομικής ύφεσης και αύξησης της ανεργίας στη χώρα εξαιτίας της τρίμηνης δρακόντειας καραντίνας, ο Κινέζος πρωθυπουργός διαμήνυσε πως η κυβέρνηση σε όλα τα επίπεδα πρέπει «να σφίξει το ζωνάρι», ενώ -επικαλούμενος τη «μεγάλη αβεβαιότητα» που προκαλεί η πανδημία- ανήγγειλε πως (για πρώτη φορά από το 1990) δεν θα οριστεί φέτος συγκεκριμένος στόχος για τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ.
Κατακραυγή πυροδότησε ωστόσο η παρουσίαση νέου σαρωτικού νομοσχεδίου για την εθνική ασφάλεια στο… απείθαρχο Χονγκ Κονγκ, που ερμηνεύεται ως εξόφθαλμη απόπειρα οριστικής καταστολής του μαζικού κινήματος υπέρ του εκδημοκρατισμού στην ημιαυτόνομη ειδική διοικητική περιοχή. Το σχέδιο νόμου «εμποδίζει, σταματά και τιμωρεί οποιαδήποτε πράξη για διαχωρισμό της χώρας, υπονόμευση της κρατικής εξουσίας, οργάνωση και εκτέλεση τρομοκρατικών ενεργειών και άλλων συμπεριφορών, που θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την εθνική ασφάλεια», απαγορεύοντας «ενέργειες ξένων ή εξωτερικών δυνάμεων» που παρεμβαίνουν στις υποθέσεις της πρώην βρετανικής αποικίας.
Επιτρέπει επίσης στην υπηρεσία κρατικής ασφάλειας της Κίνας να λειτουργεί στο έδαφος της ημιαυτόνομης επαρχίας. Το νομοσχέδιο φέρνει «το τέλος του Χονγκ Κονγκ», παρακάμπτει το τοπικό κοινοβούλιο και τον Βασικό Νόμο (δηλαδή το Σύνταγμα) της περιοχής, καταργώντας ουσιαστικά το δόγμα «μία χώρα, δύο συστήματα», κατήγγειλαν με οργή αντιπολιτευόμενοι βουλευτές και μέλη του (φοιτητικού ως επί το πλείστον) φιλοδημοκρατικού κινήματος, προμηνύοντας νέο γύρο πολιτικής αναταραχής και συλλαλητηρίων.
