Ανείπωτη τραγωδία στην επαρχία Αταπού, στο νοτιοανατολικό Λάος, στα σύνορα με το Βιετνάμ. Το βράδυ της Δευτέρας, ύστερα από πολυήμερες κατακλυσμιαίες βροχές, ένα υπό κατασκευή υδροηλεκτρικό φράγμα κατέρρευσε με αποτέλεσμα να πνιγούν δεκάδες άνθρωποι και εκατοντάδες ακόμη να αγνοούνται, καθώς πλημμύρισαν χιλιάδες σπίτια σε οχτώ χωριά.
Ο αριθμός των νεκρών και των αγνοουμένων παραμένει ανυπολόγιστος, καθώς οι κάτοικοι δεν ειδοποιήθηκαν εγκαίρως από τις Αρχές.
Οι πρώτες εικόνες από τα σωστικά συνεργεία δείχνουν απελπισμένους χωρικούς αλλά και ζώα να έχουν σκαρφαλώσει στις στέγες των πλημμυρισμένων κατοικιών και τους πιο τυχερούς να απομακρύνονται με πλωτά μέσα και ελικόπτερα. Και το χειρότερο είναι ότι οι καταιγίδες συνεχίζονται με αμείωτη ένταση.
Υπολογίζεται ότι από το ρήγμα πέρασαν μέσα σε λίγες ώρες περίπου πέντε δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού, δηλαδή όσο θα χωρούσε σε δύο εκατομμύρια πισίνες ολυμπιακών διαστάσεων…
Το μικρό, περίκλειστο Λάος, με περίπου εξίμισι εκατομμύρια κατοίκους, είναι ένα από τα φτωχότερα κράτη στον κόσμο και, όπως και η Κίνα και το γειτονικό Βιετνάμ (του οποίου αποτελεί στην ουσία πολιτικο-οικονομικό «δορυφόρο», μετά την αποχώρηση των Γάλλων αποικιοκρατών και των Αμερικανών εισβολέων, και την οριστική επικράτηση των κομμουνιστών Πάθετ – Λάο το 1976), επιχειρεί μια στροφή από τον κομμουνισμό προς τον «κρατικό καπιταλισμό», πάντα υπό μονοκομματική διακυβέρνηση.
Ετσι, τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να μετατραπεί σε «μπαταρία της ΝΑ Ασίας», κατασκευάζοντας πυρετωδώς δεκάδες νέα υδροηλεκτρικά εργοστάσια θέλοντας να εκμεταλλευτεί τους άφθονους υδάτινους πόρους του -και ιδιαίτερα τον θρυλικό ποταμό Μεκόνγκ και τους παραποτάμους του- για να εξάγει ηλεκτρικό ρεύμα στους γείτονές του, και ιδιαίτερα στην Ταϊλάνδη.
Πολλά από τα έργα αυτά έχουν αναληφθεί, διόλου τυχαία, από νοτιοκορεατικές και ταϊλανδικές εταιρείες, σε συνέργεια με κρατικούς ομίλους του Λάος.
Η Βιεντιάνε ελπίζει να εξάγει μελλοντικά το 90% της παραγόμενης ενέργειας, αποκομίζοντας ώς και 33 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Ομως οι ξένες περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν σημάνει εδώ και καιρό συναγερμό για τις επιπτώσεις αυτής της πολιτικής στο γιγαντιαίο οικοσύστημα του Μεκόνγκ, αλλά και στους εκατοντάδες χιλιάδες αγρότες και ψαράδες που ζουν στις όχθες του – και η νέα τραγωδία τις δικαιώνει.
